Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα, ραγιάδες έχεις, μάννα γη, σκυφτούς για το χαράτσι, κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα, των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι…
(Κωστής Παλαμάς)

Πέμπτη, 20 Απριλίου 2017

ΜΚΟ και προσφυγικό


ΜΚΟ και προσφυγικό
Του Γιάννη Ραχιώτη

Με αφορμή το προσφυγικό παρατηρούμε εκρηκτική ανάπτυξη των ΜΚΟ σε συνολικό αριθμό και κυρίως σε προσωπικό. Επιπλέον εκατοντάδες ΜΚΟ από τη Δυτική Ευρώπη και τη Β. Αμερική, εγκαταστάθηκαν εδώ τα τελευταία δύο χρόνια για να προσφέρουν «ανθρωπιστικό έργο» με το επιχείρημα του «ανίκανου» κράτους. Μετά τη σύνοδο κορυφής της Ε.Ε., του Μάρτη 2016, που αποφάσισε όλη η χρηματοδότηση για τον εγκλωβισμό των προσφύγων στην Ελλάδα να κατευθυνθεί σε ΜΚΟ, έσπευσαν ακόμη περισσότερες, παρ’ όλο που ο αριθμός των προσφύγων που τελικά κατάφεραν να εγκλωβίσουν δεν αυξάνεται. Είναι λιγότεροι από 60.000, με πτωτική τάση, αφού αρκετοί, παρά την επιτήρηση, βρίσκουν τον δρόμο για τον προορισμό τους. Για να υπάρχει μια σύγκριση, να θυμίσουμε ότι η Ελλάδα στη 10ετία του ’90 δέχθηκε για εγκατάσταση, όχι για διέλευση, περίπου 1.000.000 μετανάστες, χωρίς τη «βοήθεια» οποιασδήποτε ΜΚΟ και χωρίς να δημιουργήσει στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Τι είναι όμως οι «Μη Κυβερνητικές» οργανώσεις; Πρόκειται για «ιδιωτικά» εργαλεία άσκησης κρατικών πολιτικών, χρήσιμα για να μη χρεώνεται μια πολιτική ο πραγματικός φορέας της και φυσικά να αποκλείεται ο λαϊκός έλεγχος. Είναι ολιγομελή σχήματα που, ανάλογα με τη νομοθεσία της χώρας ίδρυσης και της χώρας στόχου, μπορεί να έχουν σωματειακή ή εταιρική μορφή. Όταν χρηματοδοτούνται από πηγές που δεν απαιτούν νομική προσωπικότητα, είναι ακόμη και άτυπες ενώσεις προσώπων, οπότε δρουν με απόλυτη αδιαφάνεια και δεν υπάγονται σε κανέναν κανόνα.

Η ιστορία τους έχει πλέον αρκετό βάθος. Ξεκίνησαν από τις ΗΠΑ στη δεκαετία του ’50, συνήθως ως «ιδρύματα» που χρηματοδοτούσαν διανοούμενους, επιχειρηματίες, εκπαιδευτικά ιδρύματα κλπ με στόχο τη διαμόρφωση φιλοαμερικανικών τάσεων στην κοινή γνώμη. Αφού δεν υπήρχε ανάμιξη κρατικών αρχών ήταν ευκολότερη η συγκάλυψη των πραγματικών στόχων της χρηματοδότησης – εξαγοράς.[1]

Στην Ελλάδα οι ΜΚΟ οργανώθηκαν σε μαζικό και κεντρικά ελεγχόμενο επίπεδο επί Γιώργου Παπανδρέου ως υπουργού Εξωτερικών, στον οποίο υπήχθη η χρηματοδότησή τους. Δημιουργήθηκε γι’ αυτό μια ειδική υπηρεσία του ΥΠΕΞ, σε επίπεδο διεύθυνσης, η ΥΔΑΣ (Υπηρεσία Διεθνούς Αναπτυξιακής Συνεργασίας), με επικεφαλής τον περιβόητο Αλεξ Ρόντος [2]. Η ΥΔΑΣ τηρεί ειδικό μητρώο «εγκεκριμένων» ΜΚΟ, ιδιαίτερα αυτών που εκτελούν αποστολές στο εξωτερικό και φροντίζει για τη χρηματοδότησή τους. Αργότερα δημιουργήθηκαν ανάλογες υπηρεσίες – μητρώα ,στο υπουργείο Προστασίας του Πολίτη και στο υπουργείο Υγείας, όπου είναι καταγραμμένες οι ΜΚΟ που δρουν κυρίως στο εσωτερικό. Σκοπός αυτών των υπηρεσιών όπως και των αντίστοιχων σε κοινοτικό επίπεδο είναι η υλοποίηση πολιτικών μέσω δημιουργίας ή διακίνησης «προγραμμάτων» και των αντίστοιχων χρηματοδοτήσεων.

Σήμερα οι βασικοί διεθνείς μηχανισμοί χρηματοδότησης ΜΚΟ, πέρα από τα εθνικά κράτη, είναι η USAID που διακινεί τη μη στρατιωτική «βοήθεια» των ΗΠΑ στο εξωτερικό, η Ε.Ε., το Open Society Foundation– OSF του Τζορτζ Σόρος, που για περισσότερες από δύο δεκαετίες ειδικεύεται στην υπονόμευση μη φιλικών στις ΗΠΑ κρατών και κυβερνήσεων και μερικά μεγάλα ιδρύματα του αγγλοσαξονικού κόσμου. 

Ο γενικός στόχος είναι η προώθηση της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, η εκπαίδευση στις «δυτικές αξίες» και η υπονόμευση κρατών και θεσμών μη ενσωματωμένων στην παγκοσμιοποίηση. Ο συνήθης τρόπος οργάνωσης είναι η δημιουργία μιας πυραμίδας ΜΚΟ που η κορυφή είναι το OSF ή η USAID κ.λπ. και στη βάση η ΜΚΟ που προσλαμβάνει το προσωπικό και κάνει τη «δουλειά». Ενδιάμεσα υπάρχουν άλλες ΜΚΟ μέσω των οποίων διακινούνται τα «προγράμματα» δηλαδή οι εφαρμοστέες πολιτικές, καθώς και τα χρήματα και οι επικοινωνιακές στρατηγικές. Ταυτόχρονα συγκροτούνται διάφορα δίκτυα συνεργαζόμενων ΜΚΟ στα οποία γίνεται προσπάθεια να ενταχθούν – μέσω φαινομενικά ουδέτερων ή και «προοδευτικών» δράσεων και κοινωνικές ή συνδικαλιστικές οργανώσεις που δεν είναι ΜΚΟ και έχουν κύρος ειδικά στον αριστερό χώρο. Αυτό που επιτυγχάνεται είναι οι τοπικές κοινωνίες να μην αντιλαμβάνονται ότι πρόκειται για οργανωμένες πολιτικές υπερεθνικών μηχανισμών και οι απλοί εργαζόμενοι στις ΜΚΟ να μην γνωρίζουν ούτε τον πραγματικό εργοδότη τους, ούτε την πολιτική που υλοποιούν, αφού αυτή έχει τεμαχιστεί σε διάφορα «προγράμματα».

Στο σύγχρονο τοπίο των ελληνικών ΜΚΟ, κομβικό ρόλο παίζει πλέον το ίδρυμα του Σόρος, για τον οποίο δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι δεν είναι απλά ένας διεθνής τοκογλύφος αλλά η ισχυρότερη ίσως, μη θεσμική προσωπικότητα του τμήματος του αμερικανικού κατεστημένου που στηρίζει την παγκοσμιοποίηση. Στην Ελλάδα έχει ιδρύσει το Solidarity now με πρόεδρο ένα Ελληνοαμερικανό επιχειρηματία-κουμπάρο του. Στο Διοικητικό του Συμβούλιο συμμετέχουν κάποια από τα πιο γνωστά ονόματα της ελληνικής αστικής τάξης και νεοφιλελεύθεροι πανεπιστημιακοί. Μέσω αυτής της ΜΚΟ αλλά και θυγατρικών του OSF έλεγξε σειρά ελληνικών ΜΚΟ μέσω χρηματοδότησης προγραμμάτων, προσλήψεων, παροχής στέγης κ.λπ. Μερικές απ’ αυτές έφτασαν σήμερα να απασχολούν εκατοντάδες νεαρούς επιστήμονες κυρίως από το χώρο των ανθρωπιστικών επιστημών και πολυάριθμο βοηθητικό προσωπικό. Αν κάποιος ρωτήσει τι ακριβώς κάνουν, η απάντηση που ακούς είναι ότι «τρέχουν» προγράμματα «για τους πρόσφυγες». Αν προσπαθήσεις να καταλάβεις πιο συγκεκριμένα, ξέροντας ότι οι εγκλωβισμένοι πρόσφυγες απλώς αγωνίζονται να βρουν τρόπο να φύγουν το συντομότερο από δω, ακούς αντί απάντησης κάποιες κωδικές λέξεις: «καταγραφή» «ασυνόδευτοι ανήλικοι» «οικογενειακή επανένωση», «θύματα βιασμών» «advocacy» «strategic litigation» κοκ χωρίς συγκεκριμένους αριθμούς και χωρίς αναφορά συγκεκριμένης εργασίας.

Τελικά οι πρόσφυγες είναι το πρόσχημα για μαζική στρατολόγηση νέων επιστημόνων με σχετικά υψηλούς μισθούς αλλά με «ελαστικές» σχέσεις εργασίας (4-6μηνες συμβάσεις) ώστε να είναι διαρκώς ελεγχόμενοι. Παλαιότερα το πρόσχημα για τη δημιουργία ΜΚΟ με ανάλογους στόχους αλλά όχι βέβαια στην ίδια κλίμακα με σήμερα, ήταν η καταπολέμηση του trafficking, η προστασία των κακοποιημένων γυναικών, ή η ενημέρωση για το AIDS.

Η πείρα από την Ανατολική Ευρώπη και τα Βαλκάνια, όπου οι δυτικές ΜΚΟ δρουν εδώ και 25 χρόνια, δείχνει ότι διαμόρφωσαν μια μεγάλη ομάδα νέων επιστημόνων, μορφωμένων, πολύγλωσσων, με διεθνή εμπειρία και βιοτικό επίπεδο σχετικά υψηλότερο από την τάξη τους, διαπαιδαγωγημένων στις δυτικές «αξίες», που στήριξαν μαχητικά τα διάφορα φιλοδυτικά πραξικοπήματα και στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκαν σαν δεξαμενή στελεχών των καθεστώτων που επιβλήθηκαν. Είμαστε μάρτυρες της διόγκωσης ενός ανάλογου μηχανισμού και στην Ελλάδα.

Αυτό που κυρίως χρειάζεται δεν είναι να σχολιάζουμε τη διαφθορά που αναπόδραστα προκαλεί η αδιαφάνεια και ο χορός εκατομμυρίων στις ΜΚΟ. Το ζητούμενο είναι να αποκαλύψουμε τις πολιτικές που υλοποιούν, τους πραγματικούς χειριστές τους, ακολουθώντας τις ροές του χρήματος, καθώς και τον βρώμικο ρόλο τους στην υπονόμευση της κυριαρχίας και ανεξαρτησίας των χωρών-θυμάτων του σύγχρονου ιμπεριαλισμού. Αυτονόητο είναι ότι πρέπει να βοηθήσουμε τον αγώνα των εργαζομένων τους για εργατικά δικαιώματα και κοινωνική ασφάλιση και να μην τους εγκαταλείψουμε στις αυταπάτες περί «εθελοντισμού» και «ανθρωπιστικού έργου».

______________________
[1]. Γι’ αυτή την περίοδο πολύ καλή είναι η έκδοση που επιμελήθηκε και προλόγισε ο Γιώργος Καραμπελιάς «ΜΚΟ και παγκοσμιοποίηση στην Ελλάδα», εναλλακτικές εκδόσεις 2014

[2] Περισσότερα για τον Ρόντος, και το ρόλο των ΜΚΟ του, μεταξύ πολλών http://news247.gr/eidiseis/koinonia/poios-einai-o-aleks-rontos-gkrizos-diplwmaths-gia-eidikes-apostoles.2648882.html και επίσης: 


Δευτέρα, 17 Απριλίου 2017

Για το τοπωνύμιο «Μίεζα»

Το ανακαινισμένο αρχαίο θέατρο της Μίεζας

Για το τοπωνύμιο «Μίεζα»
Δημήτρης Ε. Ευαγγελίδης


Η ετυμολογία του τοπωνυμίου «Μίεζα» με είχε απασχολήσει από παλιά, αλλά δεν εύρισκα αξιόπιστες ερμηνείες. Στις περισσότερες των περιπτώσεων αυτές οι ετυμολογίες είχαν μεν μια εμβριθή γλωσσολογική ανάλυση, αλλά όχι εννοιολογική, άρα δεν ήσαν πειστικές. Η προσκόμιση γλωσσολογικών επιχειρημάτων και μόνον είναι προφανές ότι είναι ανεπαρκής μέθοδος, εάν αυτά δεν υποστηρίζονται και δεν είναι συμβατά με εθνολογικά, αρχαιολογικά, ιστορικά κλπ δεδομένα και κυρίως εάν δεν έχουν εννοιολογική αξιοπιστία. Το να υποστηρίζει κάποιος π.χ. ότι ένα τοπωνύμιο μιας ορεινής περιοχής, που απέχει εκατοντάδες ή χιλιάδες χιλιόμετρα από την θάλασσα, σημαίνει «παραθαλάσσιος λόφος» είναι αυτονόητο ότι είναι αδύνατον να ληφθεί σοβαρά υπ’ όψη. Κάποιες άλλες γλωσσολογικές προσεγγίσεις που καταλήγουν στο προφανές, είναι εξ ίσου ελάχιστα πειστικές. Είχα διαβάσει ότι ένα νησί του Αιγαίου πήρε την ονομασία του από Φοίνικες (μια παλιά συνήθεια αρκετά διαδεδομένη μεταξύ γλωσσολογούντων όταν αδυνατούσαν να ερμηνεύσουν ένα τοπωνύμιο να καταλήγουν ότι είναι φοινικικό) και σημαίνει «νησί»! 
Μια παρόμοια ανάλυση περίπλοκη μεν, αλλά απλοϊκή δε, είναι και η παρακάτω:

«…Όσον αφορά την γειτονική Μίεζα, δεν έχω τίποτε το απτό να προτείνω, εκτός φυσικά από το ότι η κατάληξη -ζα μάλλον προέκυψε από το θηλυκό επίθημα -ja εφαρμοσμένο πάνω σε d ή g (λ.χ. kwtr.-ped-ja τράπεζα και φυγή φύγ-ια > φύζα). Το παλαιότερο όνομά της Στρυμόνιον δείχνει σχέσεις με τη Θράκη μιας και η συμφωνική επένθεση *sr>str είναι τυπική της θρακικής γλώσσας (λ.χ. *Sru-mon Στρυμών και *ish1ros  Isros > στρος). 
Δεδομένου ότι το παλαιότερο όνομά της Μίεζας Στρυμόνιον είναι υδρωνύμιο που ανάγεται στην ρίζα *sreu- «ρέω» και δεδομένου ότι υπήρχε Νυμφαίον στην περιοχή (οι Νύμφες συχνά σχετιζονται με πηγές και ρυάκια) θα κάνω μόνο μια ετυμολογική πρόταση. Υπάρχει η ΙΕ ρίζα *h3meig’h- «βρέχω, ουρώ» που έχει δώσει τα ελληνικά μείχω και μίχλη (το αλβανικό mjegull, το παλαιοσλαβωνικό mĭgla και το λιθουανικό migla προέρχονται από την ίδια ρίζα). Από τον μηδενικό βαθμό της ρίζας *h3mig’h- μπορούμε να παράξουμε τον «φρυγο-μακεδονικό» τύπο *μιγ- ή τον τύπο *μιζ- μιας γλώσσας satem όπως η Θρακική που φαίνεται να κρύβεται πίσω από το όνομα Στρυμόνιον. Από αυτά μπορούμε να σχηματίσουμε το υδρωνύμιο μίγεζα/Μίζεζα (>*h3mig’h-ed-ja) «υγρός τόπος, τόπος με ρυάκια» και να φτάσουμε στον τύπο Μίεζα είτε μέσω απώλειας του μεσοφωνηεντικού ηχηρού τριβόμενου -γ- (λ.χ. λέγω>λέω) μίγεζα>μίεζα>Μίεζα είτε μέσω συριστικής ανομοίωσης (απώλεια ενός από δύο γειτονικά συριστικά σ,ζ) μίζεζα>μίεζα>Μίεζα…».

Ερώτημα δικό μου: Και γιατί δεν ονομάστηκε «Υγρότοπος» ή «Ρυακότοπος», αλλά «Μίεζα»; (Τα περί θρακικής γλώσσας, για την οποία ελάχιστα είναι γνωστά -  άρα τίποτε δεν μπορεί να χαρακτηριστεί «τυπικό» - που καταλήγει σε «φρυγο-μακεδονικό» τύπο, τα αφήνω ασχολίαστα).

Πρόσφατα, κατέφυγα στις γνώσεις του εκλεκτού φίλου Μανώλη Βαλσαμίδη που ήμουν βέβαιος ότι είχε ασχοληθεί με το συγκεκριμένο τοπωνύμιο και δεν έκανα λάθος. Με παρέπεμψε σε σχετικό δημοσίευμα που το παραθέτω αυτούσιο:
ΠΕΡΙ ΜΙΕΖΗΣ Ο ΛΟΓΟΣ [1]
Στο βιβλίο μου «ΜΙΕΖΑ» πιθανολογώ ότι το όνομα της αρχαίας αυτής πόλης, της πρώτης θυγατέρας του Βέρητα, δεύτερη είναι η Βέροια και τρίτος ο ποταμός Όλγανος, έχει σχέση με τον βασιλιά Μίδα. Γράφω επί λέξει:
«Το όνομα Μίεζα έχει σχέση με τον Μίδα» και σε παραπομπή, «Ο Μίδας στα πανάρχαια χρόνια αναφέρεται και ως πατέρας της Κυβέλης, της μητέρας των θεών. Πρβλ. Στέλλας Δρούγου Θ΄ Παύλεια, «Η γυναίκα στη λατρεία των θεών», σελ 35. Να προσθέσω ότι, τα όσα ο Ηρόδοτος γράφει για τον Μίδα, είναι εξίσου ενδιαφέροντα. Βρισκόμαστε σε έναν τόπο που είναι τόπος ροδώνων, σε έναν τόπο λατρείας της θεάς Μητέρας μέχρι και… σήμερα!
Μετά την εισαγωγή αυτή παραθέτω το κείμενο μιας επιστολής που έλαβα από καλόν φίλο, εγκρατή φιλόλογο, τον κ. Ηλία Κουρτεσίδη που προσπαθεί να ετυμολογήσει το όνομα ΜΙΕΖΑ. Αφορμή για την επιστολή στάθηκε μια συζήτησή μας στους Τάφους των Λευκαδίων. Τον ευχαριστώ. Και παραθέτω αυτούσια την επιστολή του.
«Αγαπητέ κ. Βαλσαμίδη,
Όπως γνωρίζετε, η ετυμολόγηση των τοπωνυμίων δεν είναι ούτε εύκολη, ούτε βέβαιη. Ωστόσο για τη λέξη Μίεζα, που συνήθως την θεωρούν προ-ελληνική, εγώ επιχείρησα να δώσω την προέλευσή της και τη σημασία της και νομίζω πως υπάρχουν οι εξής περιπτώσεις ετυμολόγησής της:
1.       Μιδ- (θέμα του ονόματος «Μίδας») + δ – (θέμα το ρ. ζομαι>δ-jο-μα>σδ-jο-μαι, καθς κα τν οσιαστικν «δος», «δρα» κλπ.) + -jα (κατάληξη θηλυκών πρωτοκλίτων νομάτων πρβ. τράπεδ – jα>τράπεζα, μέλιτ – jα>μέλισσα κτλ.) Μδ – εδ – jα>Μίεδjα (με αποβολ του πρώτου δ για ανομοίωση) >Μίεζα = δρα το Μίδα. 
2.    σμίς (=σμίνθος= ποντικός) + εδ – jα>μίεδjα>Μίεδjα (με κώφωση του σ. πρβ. σμικρός>μικρός, σμέρος>μέρος κτλ.) >Μίεζα = ποντικότο-πος.
3.       ΜίFα – δ – (θέμα της λέξης «μίασμα»>μίFα – δ- jα, του ρήματος μικραί-νω κτλ.) + -jα>ΜιFαδjα>Μίαζα (μ κώφωση το F)>Μίεζα (με τροπή του α σε ε για ανομοίωση) = τόπος με σαπίλες απ υγρασία, Υγρή, Λασπερή.
4.       Μίjα – δ – [θέμα της λέξης «μίασμα» κατά άλλη γλωσσολογική εκδοχή, που στηρίζεται στο επίθετο mi – jα – τ (=μιαρς) των Μυκηναϊκών πινα-κίδων της γραμμικής Β΄ γραφής] + -jα>Μίjαδjα>Μίαδjα (με κώφωση του πρώτου j)>Μίαζα>Μίεζα (με ανομοίωση) = τόπος με σαπίλες, Υγρή, Λασπερή (όπως και στην περίπτωση 3). 
Πιθανολογώ βέβαια και στις τέσσερις περιπτώσεις, κλίνω όμως περισσότερο προς την πρώτη. Χρόνια πολλά με υγεία και καλή χρονιά!
Με ιδιαίτερη εκτίμηση
Ηλίας Κουρτεσίδης
28-12-2010»
Θα προσθέσω προς επίρρωση της «κλίσης» του διαπρεπούς φιλολόγου κ. Κουρτεσίδη, ότι Μίεζα = έδρα του Μίδα, δεν φέρει κόσμον στη θυγατέρα του Βέρητα ένα όνομα που σημαίνει ποντικότοπος, ούτε μπορεί ένας τόπος ρόδων να χαρακτηριστεί με προσδιορισμούς, όπως βρόμικο λασποτόπι. Η Μίεζα είναι η καρδιά της ερατεινής Ημαθίας.
Θα συμφωνήσω μαζί του στο ότι η ετυμολόγηση των τοπωνυμίων δεν είναι ούτε εύκολη, ούτε βέβαιη. Δεν το κρύβουμε, πιθανολογούμε…
Με τις πολλές μου ευχαριστίες προς τον κ. Κουρτεσίδη, πλέον, μπορούμε να πούμε με σχετική ασφάλεια ότι Μίεζα σημαίνει: έδρα του Μίδα. 
Μ.Β.

Δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω απόλυτα με αυτήν την ετυμολογία, που πληροί όλες τις προϋποθέσεις που ανέφερα παραπάνω, κυρίως την εννοιολογική: Μίεζα = Έδρα του Μίδα.
Και η σχετική αναφορά για την Μίεζα από τον Πλούταρχο:
Πλούταρχος, Βίοι παράλληλοι, Αλέξανδρος 7
«…σχολὴν μὲν οὖν αὐτοῖς καὶ διατριβὴν τὸ περὶ Μίεζαν Νυμφαῖον ἀπέδειξεν, ὅπου μέχρι νῦν Ἀριστοτέλους ἕδρας τε λιθίνας καὶ ὑποσκίους περιπάτους δεικνύουσιν…»
 «…Ως τόπος για τη συνέχιση των σπουδών και την άσκησή τους, υποδείχθηκε ο ναός των Νυμφών, κοντά στην Μίεζα, όπου, μέχρι σήμερα, θα σας δείξουν τα πέτρινα καθίσματα του Αριστοτέλη και τους σκιερούς περιπάτους (που αυτός συνήθιζε)…»

ΔΕΕ
17-4-2017




[1] Εφημερίδες «ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΑ ΝΕΑ», φ.1477/15-1-2011 & «ΝΕΟΙ ΚΑΙΡΟΙ», φ.1310/15-1-2010


Σάββατο, 15 Απριλίου 2017

Ευχές



Χρόνια πολλά!

Κυριακή, 9 Απριλίου 2017

Αποτελεί Ουτοπία η φιλελεύθερη δημοκρατία;

Παναγιώτης Κονδύλης

«Ουτοπία και ιστορική πράξη»

Όποιος ερμηνεύει την κατάρρευση του κομμουνισμού ως ήττα της Ουτοπίας και απαιτεί την οριστική απάρνηση των πειρασμών της ουτοπικής σκέψης και της ουτοπικά εμπνευσμένης πράξης βρίσκει στις ημέρες μας ευρεία επιδοκιμασία. Η σχετική επιχειρηματολογία έχει ήδη εκλαϊκευθεί με άξονα τη θέση ότι ο εύθραυστος και μάταιος χαρακτήρας του κομμουνιστικού εγχειρήματος σε τελευταία ανάλυση απορρέει από τις ουτοπικές θεωρητικές του προϋποθέσεις κι ότι η εξ υπαρχής αδυνατότητα πρακτικής εφαρμογής τούτων των προϋποθέσεων ώθησε τους κομμουνιστές στην απάνθρωπη βία και στην ολόπλευρη καταπίεση, ήτοι στον ολοκληρωτισμό, προκειμένου να γεφυρωθεί το χάσμα ανάμεσα σε θεωρία και πράξη. Η συνάφεια ανάμεσα σε ουτοπική πρόθεση και σε ολοκληρωτική εξουσία ή η μετάβαση από την πρώτη στη δεύτερη εμφανίζεται έτσι αναπόδραστη, και στη ζοφερή αυτή ειμαρμένη αντιπαρατίθεται μιά πνευματική στάση, της οποίας η μετριοφροσύνη ή η καρτερική παραίτηση σ’ ό,τι αφορά την εύρεση εσχάτων αληθειών και γενικά δεσμευτικών τρόπων ζωής καθιστά δυνατή, όπως λέγεται, την ανοχή όλων απέναντι σε όλους και επομένως μια φιλάνθρωπη πολιτική. Τέτοιες ερμηνείες ή απόψεις ευδοκιμούν μέσα σε κοινωνίες, όπου αναμιγνύονται σε διάφορες παραλλαγές ηδονιστικές στάσεις, πλουραλισμός των αξιών και σκεπτικισμός απέναντι σε απόλυτες νοηματοδοσίες, για να παραχθούν ή να ενθαρρυνθούν έτσι συμπεριφορές απαραίτητες για τη διαδικασία της μαζικής παραγωγής και της μαζικής κατανάλωσης. Έσχατους σκοπούς και ολοκληρωτικές λύσεις μπορούν να ονειρεύονται μόνον μεγάλα συλλογικά υποκείμενα, όμως στη δυτική μαζική δημοκρατία η κατάτμηση της κοινωνίας σε άτομα έχει προχωρήσει τόσο πολύ, ώστε σε γενικές γραμμές ελάχιστη διάθεση αισθάνεται κανείς να αφήσει κατά μέρος την «αυτοπραγμάτωση» και να ταυτισθεί με υπερατομικά εγχειρήματα πέρα από τον βαθμό πού φαίνεται αναγκαίος για τη διασφάλιση της δικής του ευζωίας. Ύποπτες φαίνονται όχι μόνον οι μεγαλεπήβολες ουτοπίες, αλλά και κάθε τι, το οποίο ίσως να συνεπαγόταν θυσίες.
     Εμάς ωστόσο δεν μας ενδιαφέρουν πρωταρχικά οι κοινωνικοί λόγοι, για τους οποίους βρίσκει ευρεία απήχηση η καταδίκη της Ουτοπίας στο όνομα της φιλάνθρωπης και πλουραλιστικής ανοχής, παρά οι ρητές ή άρρητες θέσεις, όπου στηρίζεται λογικά μιά τέτοια καταδίκη. Ρητά και εμφατικά δίνεται η διαβεβαίωση ότι η εγκατάλειψη του ονείρου εγκαθίδρυσης της Ουτοπίας επί της γης θα συμβάλει ουσιαστικά στην ειρήνευση του κόσμου, επειδή τη χειρότερη βία την γεννά ακριβώς ο αγώνας για την πραγματοποίηση του ανέφικτου· η χρησιμοποίηση ακραίων μέσων οφείλεται, όπως λέγεται, στη μη πραγματωσιμότητα των ουτοπικών σκοπών. Αναμφίβολα, το χάσμα ανάμεσα σε ουτοπικό σχέδιο και σε υφιστάμενη καταργητέα πραγματικότητα αποτελεί κίνητρο για την άσκηση βίας, η οποία πάλι μπορεί να παραταθεί και να ενταθεί στον βαθμό πού το γεφύρωμα του παραπάνω χάσματος προσκρούει σε ανυπέρβλητα εμπόδια. Όμως πρέπει να θέσουμε το ερώτημα αν αυτή η μοίρα πλήττει αποκλειστικά την ουτοπικά εμπνευσμένη πράξη ή μήπως είναι αδήριτη για κάθε μεγαλεπήβολη πολιτική δραστηριότητα, αν αυτή θέτει στον εαυτό της σκοπούς, οι οποίοι εκ των υστέρων αποδεικνύονται απραγματοποίητοι. Η διάκριση ανάμεσα στις δύο αυτές μορφές πράξης συχνά απαλείφεται, βέβαια, από την τρέχουσα γλωσσική χρήση, η οποία συνήθως συγχέει τους ουτοπικούς με τους απραγματοποίητους εν γένει σκοπούς· αν όμως έχουμε κατά νου την πολιτικά και κοινωνιολογικά ειδοποιό έννοια του ορού “Ουτοπία”, τότε μιά τέτοια διάκριση αποδεικνύεται θεμελιώδης για την προβληματική μας. Γιατί υπάρχουν σχέδια πρακτικής δράσης εμπνεόμενα από σοβαρές ιστορικές φιλοδοξίες, τα οποία ωστόσο διόλου δεν σκοπεύουν να διαμορφώσουν την πολιτική ζωή urbi et orbi σύμφωνα με τις ουτοπικές αντιλήψεις περί αρμονίας ούτε να την τελειοποιήσουν εις τον αιώνα τον άπαντα, και παρ’ όλα αυτά παραμένουν απραγματοποίητα επειδή οι δημιουργοί ή οι εκτελεστές τους έχουν λ.χ. σταθμίσει εσφαλμένα τα διαθέσιμα μέσα ή τον συσχετισμό των δυνάμεων. Αν τώρα η πράξη τεθεί σε κίνηση από τέτοια σχέδια, πού ενδεχομένως υπηρετούν αποκλειστικά την πολιτική της ισχύος ή έχουν χαρακτήρα συνειδητά αντιουτοπικό, τότε αναγκαστικά περιπλέκεται στον ίδιο φαύλο κύκλο όπως και η ουτοπικά εμπνεόμενη πράξη: η ψευδαίσθηση, ότι ο σκοπός είναι εφικτός, θα επαυξήσει την έκταση και την ένταση της χρήσεως βίας, γιατί μετά από κάθε οπισθοχώρηση θα πρέπει να αναλαμβάνονται ακόμα μεγαλύτερες προσπάθειες προκειμένου να καμφθεί η (αύξουσα) αντίσταση. Ο γνώστης της Ιστορίας —και όχι μόνο της Ιστορίας από την εποχή του Ναπολέοντα και μετά— μπορεί να αναφέρει κάμποσα τέτοια παραδείγματα. Και εν πάση περιπτώσεις μπορεί να αποδείξει ότι αγώνες ή απλώς διώξεις, πού διόλου δεν έγιναν με σκοπό την πραγμάτωση της Ουτοπίας, κάποτε στοίχισαν περισσότερα θύματα και προξένησαν περισσότερα δεινά από τα εγκλήματα των ουτοπιστών. Και πράγματι, είναι εξαιρετικά δύσκολο να βρει κανείς έστω και μία μορφή βίας ή αγριότητας, η οποία να είχε διαπραχθεί αποκλειστικά στο όνομα της Ουτοπίας και όχι κατά την επιδίωξη αυτοκρατορικών, εθνικών, θρησκευτικών, φυλετικών ή άλλων σκοπών υπαγορευόμενων από την πολιτική της ισχύος. Απεναντίας, είναι πολύ εύκολο να χαρακτηρίζει κανείς τη μία παράταξη ως σατανική δύναμη και να εμφανίζει ως αβλαβή ή να σβήνει από τη μνήμη τα εγκλήματα της άλλης, προ παντός όταν έχει περάσει ο χρόνος παραγραφής. Αλλά ακόμα κι αν θεωρήσουμε τον εκχριστιανισμό των Σαξόνων στον 8ο-9ο αιώνα πιο φιλάνθρωπο από τη ζωή τους υπό σοβιετική κατοχή στον 20ό, ακόμα κι αν προτιμάμε τις ανακριτικές μεθόδους της Ιερής Εξέτασης από εκείνες της Γκέ-Πέ-Ού —και πάλι θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι οι δύο μεγαλύτερες καταστροφές του αιώνα μας, δηλαδή οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι με τα προεόρτια και με τα συμπαρομαρτούντα τους, δεν οφείλονται στην επιδίωξη της Ουτοπίας, μολονότι η επιδίωξη αυτή έφτασε στο κατακόρυφο της την ίδιαν ακριβώς εποχή.
     Εδώ πρέπει να παρατηρήσουμε και κάτι ακόμη. Βία, η οποία ασκείται στο όνομα της Ουτοπίας, ούτε μπορεί ούτε πρέπει να αποδίδεται άμεσα και αποκλειστικά στην επιδίωξη πραγμάτωσης της Ουτοπίας. Η επίκληση της Ουτοπίας από κάποιον, ο όποιος αναπτύσσει πολιτική δραστηριότητα κατέχοντας ηγετική θέση, ενδέχεται να συγκαλύπτει σκοπούς πολιτικής ισχύος, οπότε η συνακόλουθη άσκηση βίας στην πραγματικότητα υπηρετεί τούτους τους τελευταίους, ενώ η επιτυχία του ουτοπικού σχεδίου είναι κατά βάθος αδιάφορη ή εν πάση περιπτώσεις δεν θεωρείται άμεσο μέλημα. Η βίαιη κολλεκτιβοποίηση και η ραγδαία εκβιομηχάνιση στην πρώην Σοβιετική Ένωση, οι οποίες συχνά μνημονεύονται ως η κορύφωση της ουτοπικής αναλγησίας και ωμότητας, επιχειρήθηκαν – όπως άλλωστε προκύπτει από σαφείς και επανειλημμένες δηλώσεις της τοτινής σοβιετικής ηγεσίας – επειδή αναμενόταν, και δικαιολογημένα, ένας μεγάλος πόλεμος· το εγχείρημα στηρίχθηκε δηλαδή στον νηφάλιο πολιτικό υπολογισμό ότι χωρίς ισχυρή βαρειά βιομηχανία η Σοβιετική Ένωση δεν θα είχε καμμιά ελπίδα να τα βγάλει πέρα με τους βιομηχανικά προηγμένους εχθρούς της. Όμως βαρειά βιομηχανία δεν σήμαινε απλώς παραγωγή αρμάτων μάχης και αεροπλάνων, αλλά εξ ίσου δημιουργία ενός μαζικού στρατού ικανού να χειρισθεί κάθε είδους μηχανές και συσκευές, πράγμα πού προϋπέθετε . πάλι τη συντριβή της αγροτικής κοινότητας του χωριού και τον γρήγορο εθισμό μεγάλων μαζών του πληθυσμού στη βιομηχανική εργασία. Χωρίς καθόλου να αποσιωπήσει όσες φρικαλεότητες συνδέθηκαν μ’ αυτή τη διαδικασία, ο απροκατάληπτος σημερινός ιστορικός μπορεί να διαπιστώσει ότι μονάχα η ραγδαία εκβιομηχάνιση και η βίαιη κολλεκτιβοποίηση κατέστησαν δυνατή στη δεδομένη στιγμή την κοσμοϊστορική νίκη της Σοβιετικής Ένωσης πάνω στην εθνικοσοσιαλιστική Γερμανία. Επί πλέον, υπάρχουν πολλές ενδείξεις ότι η κεντρική διεύθυνση της οικονομίας και η έμπρακτη υποδούλωση των εργαζομένων συνδεόταν στενά με τον σκοπό της εδραίωσης του πολιτικού μονοπωλίου του Κόμματος έναντι κεντρόφυγων τάσεων μέσα στο πολυεθνικό κράτος ή imperium — και πάλι δηλαδή συνδεόταν μ’ έναν συγκεκριμένο σκοπό υπαγορευόμενο από την πολιτική της ισχύος. Τέτοια εμπράγματα δεδομένα υποβάλλουν το συμπέρασμα ότι η εντατική και εκτεταμένη χρήση βίας δεν αποτελεί, αν θέλουμε να ακριβολογήσουμε, συνέπεια μιας πεισματικής προσπάθειας για την πραγμάτωση της αταξικής κοινωνίας, παρά αντίθετα παρακολούθημα της (σιωπηρής) απομάκρυνσης από το ουτοπικό ιδεώδες — απομάκρυνσης υπαγορευόμενης από την πολιτική της ισχύος και συναφούς με τη διαμόρφωση νέων κοινωνικών ιεραρχιών και με τον πραγματιστικό προσανατολισμό της εξωτερικής πολιτικής. Το γεγονός, ότι μέσα σ’ όλα αυτά η Ουτοπία δεν έπαψε να επιστρατεύεται για να αναπτερώνει ή για να αφοπλίζει τις μάζες, ήταν απλώς φυσικό και ηθελημένο· ωστόσο η δυναμική της απαιτητικής Ουτοπίας είχε εν τω μεταξύ συρρικνωθεί στη στατική της νομιμοποιητικής ιδεολογίας.
     Ούτε λοιπόν είναι οι αγώνες, οι οποίοι (τάχα) διεξάγονται για την πραγμάτωση της Ουτοπίας, καθ’ εαυτούς οπωσδήποτε σφοδρότεροι και αιματηρότεροι από άλλους, οφειλόμενους σε φιλόδοξους μη ουτοπικούς σκοπούς, ούτε και η έκλειψη της Ουτοπίας μπορεί καθ’ εαυτήν να γεφυρώσει το βιαιογόνο χάσμα μεταξύ του σχεδίου δράσεως και της υφιστάμενης πραγματικότητας. Αβάσιμη είναι όμως και άλλη μία ρητή υπόθεση των κριτικών της ουτοπίας, δηλαδή η απόδοση της κατάρρευσης του κομμουνισμού στο γεγονός ότι δεν μπόρεσαν να πραγματοποιηθούν οι μεσσιανικές του επαγγελίες. Όποιος χρησιμοποιεί αυτό το επιχείρημα οφείλει και να εξηγήσει γιατί λ.χ. ο χριστιανισμός επιζεί ως ιδέα και θεσμός εδώ και δύο χιλιετίες, μολονότι ούτε το παράγγελμα της αγάπης πραγματοποιήθηκε σε κοινωνικά αξιόλογη έκταση ούτε η Δευτέρα Παρουσία και η Βασιλεία του Θεού έθεσαν τέρμα στο saeculum. Αυτό σημαίνει: η κατάλυση του κομμουνισμού, σε αντίθεση προς τη μακροβιότητα του χριστιανισμού, πρέπει να εξηγηθεί με βάση τις διαφορές. τους κι όχι με αφετηρία τα κοινά τους σημεία· αλλά ακριβώς στα κοινά τους σημεία συγκαταλεγόταν τόσο η μεσσιανική επαγγελία όσο και η μη πραγμάτωση της. Το παράδειγμα του χριστιανισμού είναι ιδιαίτερα παραστατικό προκειμένου να φωτίσουμε το πρόβλημα μας, όμως σε παρόμοια πορίσματα οδηγεί και μιά εξέταση άλλων, λιγότερο εμφατικών ουτοπιών. Η φιλελεύθερη ουτοπία —ή ουτοπία της ελεύθερης αγοράς, του κράτους δικαίου, του δημοσίου διαλόγου (ως διαδικασίας για την εξομάλυνση κοινωνικών συγκρούσεων) και των αυτόνομων υποκειμένων— στην καλύτερη περίπτωση μπόρεσε να πραγματωθεί μόνον κατά προσέγγιση και πολύ συχνά αποτέλεσε απλώς την πρόσοψη, πίσω από την οποία οχυρώθηκαν απτά συμφέροντα ή οργίασε η πολιτική της ισχύος. Όμως αυτό διόλου δεν εμπόδισε τον φιλελευθερισμό ως κοινωνικοπολιτικό κίνημα να κυριαρχήσει στα πλείστα μεγάλα και πλούσια έθνη, να αγκαλιάσει ολόκληρο σχεδόν τον πλανήτη με την ιμπεριαλιστική επέκταση και τελικά —κάτω από την πίεση νέων παραγωγικών δυνάμεων και σχέσεων, αλλά με τα ίδια πάντοτε ουτοπικά συνθήματα— να μεταβληθεί στη σύγχρονη μαζική δημοκρατία· οι συντηρητικοί, οι οποίοι μετά το 1789 επικαλούνταν τη χιλιόχρονη πραγματικότητα της εξουσίας, όπως ασκούνταν μέσα στη societas civilis, και μέμφονταν ή έσκωπταν τον ουτοπικό χαρακτήρα του φιλελεύθερου φυσικού δικαίου, απατήθηκαν οικτρά όταν προφήτευαν ότι τέτοιες ανεδαφικές διδασκαλίες δεν θα ανθέξουν στη βάσανο της πράξης. Ωστόσο η φιλελεύθερη ουτοπία διόλου δεν χρειάσθηκε να πραγματωθεί στην ονομαστική της αξία παρακάμπτοντας, ας πούμε, την πραγματικότητα· για να εκπληρώσει την ιστορική της λειτουργία της αρκούσε να κινητοποιήσει ανθρώπους για τους φιλελεύθέρους σκοπούς και, μετά από την κοινωνική επικράτηση των εκπροσώπων της, να επιβιώσει με τη μορφή μιας ιδεολογίας προς νομιμοποίηση υπαρκτών θεσμών. Προκειμένου να λειτουργήσουν οι θεσμοί αυτοί ήταν περιττή η πλήρης πραγμάτωση του αρχικού ουτοπικού σχεδίου — μπορούμε μάλιστα να εικάσουμε ότι θα ήταν και επιζήμια. Μάλλον η χειροπιαστή ύπαρξη θεσμών ικανών να στηρίξουν μιαν εξουσία ήταν ο λόγος, για τον οποίο λαμβανόταν στα σοβαρά υπ’ όψη το αντίστοιχο ουτοπικό κοινωνικό σχέδιο — ακριβώς όπως η πραγματική πολιτική και στρατιωτική ισχύς της Σοβιετικής Ένωσης επέβαλλε μιά προσεκτικότερη ενασχόληση με τη μαρξιστική θεωρία ακόμα και σε όσους δεν ξεγελιούνται σ’ ό,τι αφορούσε την αληθινή σχέση μεταξύ σοβιετικής ιδεολογίας και σοβιετικής πραγματικότητας. Ο τερματισμός της ενασχόλησης αυτής μετά την κατάλυση των κομμουνιστικών θεσμών και εξουσιαστικών σχέσεων αποτελεί σαφή υπόμνηση του πρωτείου της πρακτικής πολιτικής και επιβεβαιώνει ex negativo το πόρισμα μας: όπως ο κομμουνισμός συγκροτήθηκε ιστορικά ως φαινόμενο της πρακτικής πολιτικής και όχι ως ουτοπία, έτσι και η κατάρρευση του δεν οφείλεται στην αφλογιστία της ουτοπικής επαγγελίας καθ’ εαυτήν, παρά σε λόγους πρακτικής πολιτικής, οι οποίοι θα μπορούσαν να έχουν γονατίσει και οποιαδήποτε άλλη αυτοκρατορία.
 2
Τούτες οι σκέψεις πάνω στα ρητά επιχειρήματα των κριτικών της Ουτοπίας μας οδηγούν στην εξέταση των άρρητων υποθέσεων τους, οι οποίες βέβαια συνδέονται στενά με τα πρώτα και ριζώνουν σε κλασσικές ορθολογιστικές προκαταλήψεις ή σε συνηθέστατες κοινοτοπίες του “υγιούς κοινού νου”. Πίσω από το επιχείρημα, ότι η κατάρρευση του κομμουνισμού τελικά οφείλεται στη μη πραγματωσιμότητα της Ουτοπίας, λανθάνει η αντίληψη ότι οι ιδέες υπάρχουν μέσα στην Ιστορία μόνο και μόνο για να λαμβάνονται στην ονομαστική τους αξία και να πραγματώνονται κατά το δυνατόν ατόφυες. Στο σημείο αυτό θα υπεισέλθουμε όταν θα απαντήσουμε στο ερώτημα αν και κατά πόσο η Ουτοπία πραγματώνεται. Πρώτα θα εξετάσουμε μιαν άλλη ορθολογιστική προκατάληψη των κριτικών της Ουτοπίας, δηλαδή εκείνην η οποία υποβαστάζει το ήδη γνωστό μας επιχείρημα τους ότι το χάσμα ανάμεσα σε ουτοπικό σχέδιο και ιστορική πραγματικότητα γεννά αναγκαστικά βία, χωρίς όμως και να γεφυρώνεται με τη βία. Αν παραγνωρίζεται ότι η ασυμμετρία μεταξύ σχεδίου και πραγματικότητας δεν προκύπτει μονάχα από τον ουτοπικό χαρακτήρα του πρώτου και ότι το ουτοπικό και το ανέφικτο δεν συμπίπτουν αναγκαία, τότε μοιραία γίνεται δεκτό το αντίστροφο, ότι δηλαδή ανάμεσα στις υποκειμενικές προθέσεις και στα αντικειμενικά αποτελέσματα της ιστορικής πράξης μπορεί και οφείλει να υπάρχει μιά λίγο-πολύ ακριβής αντιστοιχία και ότι οι προθέσεις ναυαγούν αν δεν λαμβάνουν επαρκώς υπ’ όψη τους την πραγματικότητα. Επομένως ως μόνη στερεή και ηθικά υπεύθυνη μορφή πράξης θεωρείται εκείνη, η οποία εξετάζει την πραγματωσιμότητα των σκοπών της και χρησιμοποιεί μέσα προσφυή σε πραγματώσιμους σκοπούς, έτσι ώστε ν’ αποφεύγει το βιαιογόνο χάσμα μεταξύ σκοπών και μεσών.
     Όπως είναι πρόδηλο, στο σχήμα αυτό η ιστορική πράξη πρέπει κατά το δυνατόν να συντμηθεί τόσο ως προς τη διάρκεια της όσο και ως προς τον αριθμό των φορέων της, προκειμένου να μη χαθεί η επιθυμητή της διαφάνεια κι ελεγξιμότητα. Χωρίς αμφιβολία, η εναρμόνιση μέσων και σκοπών κι επομένως η έλλογη ανάπτυξη της πράξης ευοδώνονται τόσο περισσότερο όσο λιγότερο χρόνο απαιτεί η ανάπτυξη αυτή, όσο λιγότεροι άνθρωποι συμμετέχουν στη διαδικασία της — και όσο πιο περιορισμένοι είναι οι σκοποί. Μονάχα υπ’ αυτές τις συνθήκες μπορούν τα πράττοντα υποκείμενα να ελέγξουν αν τα αποτελέσματα ανταποκρίνονται στις προθέσεις κι αν οι προθέσεις πραγματώνονται με το αρχικό τους νόημα. Αν η συλλογική πράξη εκτείνεται σε μεγάλο χρονικό διάστημα ή και επί γενεές ολόκληρες, τότε αναγκαστικά δεν παρουσιάζει τέτοια διαφάνεια και δεν υπόκειται σε τέτοιους ελέγχους. Μέσα στη συλλογική οντότητα, η οποία διαμορφώνεται σωρευτικά και συνιστά τον φορέα αυτής της πράξης, διασταυρώνονται οι προθέσεις και τα κίνητρα των ατόμων, και καθώς αλληλεπιδρούν δίνουν στην πράξη μιά κατεύθυνση πού πιθανότατα κανένας δεν θέλησε ή δεν πρόβλεψε ποτέ, ενώ συνάμα ο έσχατος σκοπός της πράξης συνεχώς αναδιατυπώνεται και τελικά επιτυγχάνεται —αν ποτέ επιτευχθεί— από τους πλάγιους δρόμους διαφόρων μεθερμηνειών. Όποιος ενστερνίζεται τις ορθολογιστικές προκαταλήψεις, οι όποιες ξεκινούν από την ιδέα ενός φορέα της πράξης επιδεχόμενου ανά πάσα στιγμή σαφή ορισμό και ακριβή στάθμιση, μπορεί βέβαια να αμφισβητήσει ότι μιά συλλογική πράξη μακράς ιστορικής διαρκείας αξίζει το όνομα “πράξη”. Ωστόσο οι αμφισβητήσεις αυτές καταρρίπτονται αν πάρουμε ως αφετηρία όχι έναν υποκειμενικό κι επί πλέον άκαμπτο ορισμό του φορέα της πράξης, αλλά το αντικειμενικό δεδομένο ότι υπάρχουν ιστορικές εποχές διακρινόμενες από όλες τις άλλες χάρη σε ορισμένα γενικά γνωρίσματα. Τα γνωρίσματα αυτά (τόσο έργα του τεχνικού πολιτισμού όσο και τρόποι σκέψης ή συμπεριφοράς) αποτελούν εξαντικειμενικεύσεις και κρυσταλλώσεις της συλλογικής πράξης κάμποσων γενεών και πάμπολλων ενεργών προσώπων που κατά μέγα μέρος έδρασαν χωριστά το ένα από το άλλο, κινούμενα από διαφορετικά κίνητρα και συσπειρωμένα κάτω από ποικίλες σημαίες — και μάλιστα έδρασαν για να προωθήσουν ιστορικές τάσεις πού διόλου δεν τις γνώριζαν ή που αόριστα μόνο τις διαισθάνονταν, εφ’ όσον άλλωστε αυτές μόνον ανασκοπικά συλλαμβάνονται με κάποια σαφήνεια.
     Ώστε τα μακρά κύματα της ιστορικής πράξης, τα όποια καταλαγιάζουν προσωρινά όταν πια διαμορφωθεί ένας καινούργιος κοινωνικός σχηματισμός, γεννιούνται από μια πράξη, η πορεία της οποίας δεν μπορεί να επισκοπηθεί ή να ελεγχθεί, από κανένα ενεργό υποκείμενο. Απεναντίας, μιά πράξη, στην οποία τα μέσα και οι σκοποί είναι δυνατόν να εναρμονισθούν χάρη στην έλλογη στάθμιση, εκδιπλώνεται υπό μορφή βραχέων κυμάτων πού με τον καιρό απορροφώνται από τα μακρά κύματα της ιστορικής πράξης. Οι υποκειμενικές προθέσεις των ατόμων και τα έλλογα σχέδια δράσεως αποξενώνονται από τους αρχικούς τους σκοπούς και μέσα από τις αφανείς επενέργειες της ετερογονίας των σκοπών διοχετεύονται σε αγωγούς, οι οποίοι εκβάλλουν στις μεγάλες συλλογικές δημιουργίες ή χρεοκοπίες. Ωστόσο τα βραχέα κύματα της πράξης δεν είναι καν αναγκαίο να εκπηγάζουν από έλλογα σχέδια προκειμένου να σχηματίσουν τα μακρά κύματα της συλλογικής πράξης. Γιατί δεν αληθεύει ότι μόνον η έλλογη πράξη γεννά τα επιθυμητά αποτελέσματα ή, αντίστροφα, ότι η ανορθολογική πράξη —εκείνη δηλαδή η οποία, καθώς λέγεται, «αγνοεί την πραγματικότητα»— έχει μονάχα ανεπιθύμητες συνέπειες. Ανεξάρτητα όμως από το πόσο έλλογα είναι τα συστατικά τους στοιχεία, τα μακρά κύματα της ιστορικής πράξης τίθενται σε κίνηση χάρη στην ενέργεια, η οποία περιέχεται στα βραχέα κύματα, και καθώς η ενέργεια τούτη μετοχετεύεται η διασκορπίζεται από την ετερογονία των σκοπών συχνά ξοδεύεται απ’ αυτήν πολύ περισσότερη απ’ όση θα χρειαζόταν οπωσδήποτε για την πραγμάτωση των συνειδητών προθέσεων. Όπως η συσσώρευση ησσόνων προσπαθειών και ιδιαίτερων υποκειμενικών σκοπών μπορεί να μεταπέσει σε μιά νέα ιστορική ποιότητα, έτσι μπορεί και η αναζήτηση του απολύτου να τεθεί στην υπηρεσία μιας νέας ιστορικής σχετικότητας.
     Στο σημείο αυτό τα ρεύματα της ουτοπίας εκβάλλουν στον ποταμό της συλλογικής ιστορικής πράξης, η οποία εκδιπλώνεται σε μακρά κύματα. Πράγματι, η Ουτοπία θα ήταν ιστορικά άχρηστη ή και επιζήμια, αν η ιστορική πράξη μπορούσε να συρρικνωθεί στο στενό σχήμα που αποτυπώνουν οι ορθολογιστικές προκαταλήψεις. Επί πλέον, δεν θα ήταν σε θέση να έρθει σε επαφή με τις πραγματικότητες, μέσα στις οποίες κινείται κάθε πράξη ανεξάρτητα από την «ορθολογικότητα» των εκάστοτε φορέων της, αν ήταν φτιαγμένη αποκλειστικά από την ύλη των ονείρων κι αν επιδίωκε τυφλά να μετατρέψει την ύλη της υφισταμένης πραγματικότητας στην ύλη των ονείρων. Δεν μπορεί φυσικά να αμφισβητηθεί ότι η διάσταση του ασυμβίβαστου ονείρου ενοικεί σε κάθε ουτοπικό σχέδιο· αυτή του δίνει φτερά και αυτή το ωθεί στην πράξη. Η ίδια δεν συλλαμβάνεται με λόγια, ωστόσο κρύβεται μέσα σε όλα εκείνα τα στοιχεία της Ουτοπίας, τα οποία εκφράζονται με λόγια. Συνυφαίνεται με λαχτάρες που πάνε πέρα από την επιθυμία της τελειωτικής αρμονικής ρύθμισης της ανθρώπινης συμβίωσης και αφορούν στην πραγμάτωση πολύ προσωπικών και πολύ ενδόμυχων πόθων, γυρεύουν δηλαδή την εσωτερική γαλήνη κι ευδαιμονία και συχνά θέλουν να υπερνικήσουν τη βιολογική φθαρτότητα του ανθρώπου, την αρρώστια και τον θάνατο. Σε τούτη τη διάσταση της Ουτοπίας μπορεί ν’ αποδοθεί ένας οιονεί υπεριστορικός ή ανθρωπολογικός χαρακτήρας, γιατί εδώ δεν πρόκειται απλώς για την υπέρβαση συγκεκριμένων και μεμονωμένων δεινών, αλλά για την υπέρβαση του άλγους και του κακού εν γένει. Η καταπίεση, ο αγώνας, ο πόνος σημάδεψαν σε όλες τις εποχές και σ’ όλους τους τόπους την ανθρώπινη κατάσταση, και γι’ αυτό ο πόθος της οριστικής τους εξάλειψης εμπεριέχει έναν πόθο για υπέρβαση της Ιστορίας και κάθε πεπερασμένου ορίου· μέσα σ’ αυτόν τον πόθο, πάλι, αρθρώνεται μιά απόφανση για την αληθινή φύση και τις έσχατες δυνατότητες του ανθρώπου.
     Αν τα ουτοπικά σχέδια περιορίζονταν σ’ αυτή τη διάσταση, θα αποτελούσαν αμιγείς εκφράσεις της αρχής της ηδονής, οι οποίες κάθε τόσο θα διαψεύδονταν από την αρχή της πραγματικότητας. Η επιθυμία υπέρβασης της αρχής της πραγματικότητας δια μέσου της ολοσχερούς πραγμάτωσης της αρχής της ηδονής αποτελεί βέβαια το διηνεκές κίνητρο της ουτοπικής πράξης, όμως τις ιστορικές επενέργειες της πράξης αυτής δεν τις γεννά η παραπάνω επιθυμία καθ’ εαυτήν. Απαιτούνται επί πλέον τροποποιήσεις και διαμεσολαβήσεις πού ρίχνουν γέφυρες προς την πραγματικότητα και παρέχουν τις λαβές, από τις οποίες μπορεί να πιαστεί η πράξη στον αναπόδραστο ιστορικό προσδιορισμό της. Η απόλυτη διάσταση του ουτοπικού σχεδίου ζευγαρώνει έτσι με μιαν άλλη, η οποία προσδιορίζεται από την ιστορική εποχή. Αυτή η δεύτερη διάσταση δεν εμφανίζεται ως απλός πόθος της λύτρωσης, της ευδαιμονίας και κάποτε της αθανασίας, αλλά συνδέεται προ παντός με το ουτοπικό σχέδιο αναδιάρθρωσης της κοινωνίας. Όσο κι αν συνυφαίνονται οι δύο τούτες διαστάσεις ή επόψεις της Ουτοπίας, ωστόσο πρέπει να διαχωρισθούν εννοιολογικά, αν θέλουμε να κατανοήσουμε την ιστορική της λειτουργία. Η διάκριση είναι και λογικά βάσιμη, αλλά και θεμιτή από την άποψη της ιστορίας των ιδεών, αν αναλογισθούμε ότι η Ουτοπία πρωτοεμφανίσθηκε στους Νέους Χρόνους ως μυθιστορία με θέμα μιαν ιδεώδη πολιτεία (Staatsroman) και διατήρησε αυτή τη μορφή ώσπου, μέσα στο πλαίσιο της μαρξιστικής ουτοπίας, το ιδεώδες της αταξικής κοινωνίας συνδυάσθηκε με το αίτημα να αρθεί η «αλλοτρίωση»· όπως έπρεπε να αναμένεται, στη μετέπειτα εποχή, και προ παντός υπό την επιρροή του μαζικοδημοκρατικού συνθήματος της «αυτοπραγμάτωσης», στον χώρο της Ουτοπίας κυριάρχησαν όνειρα υποκειμενικής πλήρωσης. Ανεξάρτητα όμως από το πως αποτιμά κανείς την αξία και τη θέση των δύο παραπάνω επόψεων εντός της Ουτοπίας εν γένει και από εποχή σε εποχή, η Ουτοπία αναπτύσσει την ιστορική της επενέργεια μέσω του ιστορικά προσδιορισμένου σχεδίου της για την αναδιάρθρωση της κοινωνίας. Αυτή της η έποψη προκαταλαμβάνει εξελικτικές τάσεις, οι οποίες απολήγουν στον ήδη διαμορφούμενο κοινωνικό σχηματισμό του μέλλοντος, αυτή λοιπόν πραγματώνεται σε παραπλήσια και διαστρεβλωμένη μορφή μέσω των μηχανισμών της ετερογονίας των σκοπών, ενώ η λαχτάρα για λύτρωση από κάθε πόνο και δεινό μένει ξοπίσω ανικανοποίητη και, όντας καθ’ εαυτήν ιστορικά ανίσχυρη, ψάχνει και πάλι να βρει ένα καινούργιο σχέδιο κοινωνικής αναδιάρθρωσης.
     Στην προοπτική των ορθολογιστικών προκαταλήψεων η αντίθεση μεταξύ Ουτοπίας και πραγματικότητας εμφανίζεται μονοδιάστατη και άκαμπτη, ενώ συνάμα συμφύρεται με την αντίθεση ανάμεσα σε εφικτό και ανέφικτο. Όμως η Ουτοπία δεν παρακάμπτει απλώς την πραγματικότητα — στην περίπτωση αυτή θα ήταν στ’ αλήθεια εμπόδιο μόνον κι όχι κινητήρια δύναμη της συλλογικής πράξης. Ανάμεσα στην Ουτοπία ως σχέδιο κοινωνικής αναδιάρθρωσης και στην κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα υφίσταται μάλλον μιά δυσδιάστατη και ελαστική αντίθεση. Η Ουτοπία αφ’ ενός αρνείται την πραγματικότητα απλώς υπερβαίνοντας την, καθώς προκαταλαμβάνει το μέλλον προβάλλοντας μέσα σ’ αυτό τάσεις εμβρυωδώς υφιστάμενες· αφ’ ετέρου η Ουτοπία αρνείται τη σημερινή πραγματικότητα στρεφόμενη εναντίον συγκεκριμένων πλευρών της και συγκροτώντας το σχέδιο της κοινωνικής αναδιάρθρωσης ακριβώς ως συγκεκριμένη άρνηση συγκεκριμένων φαινομένων. Ακόμα κι αν κάποιος θα ήθελε να υποβιβάσει την Ουτοπία ονομάζοντας την φρούδο όνειρο — άμορφα όνειρα δεν υπάρχουν, και έργο του ερευνητή είναι να εξηγήσει ιστορικά και κοινωνιολογικά την εκάστοτε μορφή του ουτοπικού ονείρου, ακριβώς όπως κάνει και ο ψυχαναλυτής, στον δικό του τομέα και με δικές του μεθόδους, σε σχέση με τα ατομικά όνειρα. Ως όνειρο, η Ουτοπία αρνείται συγκεκριμένα φαινόμενα στο όνομα απολύτων σκοπών. Καθώς όμως αρνείται κάτι συγκεκριμένο, γίνεται και η ίδια, ακριβώς χάρη σε τούτη την άρνηση, συγκεκριμένη, ήτοι αναφέρεται σε κάτι τωρινό, και ως έκκληση προς πρακτική δράση δείχνει τον δρόμο, τον όποιο ήδη προδιαγράφει ο συγκεκριμένος χαρακτήρας των αρνήσεών της. Με άλλα λόγια: ο ιστορικός προσδιορισμός του περιεχομένου της Ουτοπίας προκύπτει ήδη από το γεγονός ότι η Ουτοπία στρέφεται ιδιαίτερα εναντίον εκείνων των στοιχείων της συγκαιρινής της πραγματικότητας, τα οποία θεωρεί ως ρίζες των υφισταμένων δεινών. Η περιγραφή της ιδεώδους κοινωνικής κατάστασης γίνεται σε συνεχή αντιπαράθεση με το παρόν, και έτσι το υπαρκτό μετατρέπεται σε αρνητικό προσδιορισμό του ουτοπικού. Ασκώντας την πολεμική της ενάντια στην υφιστάμενη κατάσταση, η Ουτοπία δεν αντιπαραθέτει σε τούτη εδώ μονάχα ανθρωπολογικές σταθερές ή έσχατους σκοπούς, ήτοι η αντιπαράθεση ουτοπικής κατάστασης και παρόντος δεν είναι μονό ηθική και λογική, αλλά επίσης άμεση και απτή· οι ουτοπικοί θεσμοί αποτελούν μέσα για την πραγμάτωση του μέλλοντος, συνάμα όμως και μέσα για την καταπολέμηση του παρόντος, δηλαδή των εμποδίων πού στέκουν στον δρόμο της Ουτοπίας. Η περιγραφή της τελειωτικής ιδεώδους κατάστασης περιέχει λοιπόν έναν ρητό ή άρρητο προβληματισμό πάνω στο ζήτημα της μετάβασης προς την κατάσταση αυτή. Έτσι το ουτοπικό σχέδιο για την κοινωνική αναδιάρθρωση αποκτά επαμφοτερίζοντα χαρακτήρα. Δίπλα στα πρωτογενή στρατηγικά αιτήματα, τα οποία εγείρονται στο όνομα του αδιαπραγμάτευτου ονείρου, εμφανίζονται δευτερογενή και τριτογενή αιτήματα τακτικής, τα οποία βέβαια, όπως λέγεται, θα υπηρετήσουν και αυτά τον έσχατο σκοπό, συνάμα όμως σκοπεύουν να καταστήσουν δυνατή την κοινωνικοπολιτική πρακτική δράση μέσα στις συνθήκες του παρόντος. Τούτα τα αιτήματα τακτικής μπορούν να τα προβάλλουν και κοινωνικές δυνάμεις, οι όποιες δεν χαιρετίζουν τους ουτοπικούς σκοπούς καθ’ εαυτούς — και ακριβώς αυτό δείχνει ότι η υπέρβαση της υφιστάμενης κατάστασης στο μέτρο των άμεσων ή βραχυπρόθεσμων αιτημάτων των ουτοπιστών δεν οδηγεί οπωσδήποτε στην πραγμάτωση της απόλυτης διάστασης της Ουτοπίας, αλλά μπορεί και να υπηρετήσει πραγματιστικούς πολιτικούς σκοπούς.
     Ο ιστορικός καθορισμός του ουτοπικού σχεδίου για την αναδιάρθρωση της κοινωνίας εξηγεί την ποικιλομορφία και την ετερογένεια των υλικών με τα όποια συγκροτείται εκάστοτε τούτο το σχέδιο. Μέσα στις προτεινόμενες θεσμικές ή τεχνικές λύσεις για την ικανοποίηση των αναγκών και τη διηνεκή ειρήνευση της κοινωνίας πάνω σε δίκαιη βάση συναντούμε, σε γυμνή ή κρυπτογραφημένη ή ανεστραμμένη μορφή, εμπειρίες από το παρόν και προσδοκίες ή φόβους για το μέλλον μιας ορισμένης εποχής· σε παράλληλα ουτοπικά σχέδια από την ίδια εποχή αντικατοπτρίζονται πάλι διαφορετικά στοιχεία του παρόντος ή προκαταλαμβάνονται διαφορετικές τάσεις του μέλλοντος. Η ιστορική εποχή προσδιορίζει επίσης και τη γλωσσά που χρησιμοποιεί εκάστοτε ο ουτοπιστής· αυτή μπορεί να προέρχεται από την πολιτική, τη θεολογία, την ανθρωπολογία ή την επιστήμη, ανάλογα με τις δυνάμεις πού κυριαρχούν έξω από το στενότερο ουτοπικό πεδίο. Για την Ουτοπία των Νέων Χρόνων, ως ιστορικά προσδιορισμένο μόρφωμα, παραμένει γενικά χαρακτηριστικό ότι από νωρίς εναπόθεσε τις ελπίδες της στην επιστήμη και στην τεχνική, θεωρώντας τες κεντρική προϋπόθεση για την πραγμάτωση του δικού της σχεδίου αναδιάρθρωσης της κοινωνίας. Μπαίνοντας υπό την αιγίδα της επιστήμης και της τεχνικής, η Ουτοπία ξέκοψε από το Εκείθεν, αλλά και από το όνειρο της απλής επιστροφής στην αρχέγονη κατάσταση ενός αλλοτινού Χρυσού Αιώνος, επιθυμώντας ν’ αποτελέσει ένα ουσιαστικά νέο ιστορικό επίτευγμα. Έτσι η Ουτοπία των Νέων Χρόνων ασπάσθηκε την ιδέα της προόδου, η οποία —όπως και η πίστη στην τεχνική— δεν ενέπνεε μόνον ουτοπιστές. Μέσα στην πιο περιορισμένη προοπτική αυτού του παραδείγματος γίνεται σαφέστερο το νόημα της θέσης μας, ότι η Ουτοπία προκαταλαμβάνει το μέλλον ακριβώς επειδή αρθρώνεται στη γλώσσα θεμελιωδών συγκαιρινών της κοινωνικοπολιτικών τάσεων. Πολλοί ενθουσιάζονται από τις εκπληκτικές κάποτε προγνώσεις, πού βρίσκουν μέσα σε τεχνολογικές ουτοπίες, και διαπιστώνουν έκθαμβοι πόσα και πόσα πραγματοποιήθηκαν εν τω μεταξύ από τα όσα είχαν φαντασθεί οι άνθρωποι πριν από πολύν καιρό απλώς και μόνο χάρη στην τολμηρή προέκταση εμβρυωδών ακόμη εγχειρημάτων. Συχνά όμως λείπει η προθυμία ή η ικανότητα για παρόμοιες διαπιστώσεις στον τομέα της πολιτικής ουτοπίας.
3
Όπως παρατηρήσαμε, η περιγραφή της τελειωτικής ουτοπικής κατάστασης περιέχει έναν ρητό η άρρητο προβληματισμό για το ζήτημα της μετάβασης προς την κατάσταση αυτή. Ο προβληματισμός τούτος, όπως είναι ευνόητο, γίνεται εντονότερος στον βαθμό πού το ουτοπικό σχέδιο αναδιάρθρωσης της κοινωνίας γίνεται πρόγραμμα πολιτικής δράσης — και φτάνει να γίνεται κρίσιμος όταν τα δρώντα υποκείμενα, τα οποία επικαλούνται αυτό το πρόγραμμα, καταλαμβάνουν σημαίνουσα ή κυρίαρχη θέση μέσα στην κοινωνία, χωρίς ωστόσο να μπορούν hic et nunc να πραγματώσουν τις επαγγελίες τους. Τότε ενισχύεται η αναφορά της Ουτοπίας στο παρόν και επιτείνεται ο καθορισμός της από την ιστορική εποχή, επειδή μέσα στο αρχικό σχέδιο ενοφθαλμίζονται ιδέες και βοηθητικές κατασκευές με σκοπό να εξηγήσουν ή να νομιμοποιήσουν τη μη πραγμάτωση της Ουτοπίας και επίσης να καταστήσουν δυνατή την πρακτική δράση μέσα στις συνθήκες της μη πραγμάτωσης της Ουτοπίας, αλλά πάντα στο όνομα της. Πάνω στη βάση θεωρητικά δευτερευουσών κατασκευών διαμορφώνονται ταχύτατα πρακτικά πρωτεύοντες οργανωτικοί μηχανισμοί, και μάλιστα ως μοχλοί μιας ιστορικής πράξης, η οποία εκδιπλώνεται σε μακρά κύματα μέσα σε διάστημα γενεών και γεννά κοσμοϊστορικά αποτελέσματα κατευθυνόμενη από την ετερογονία των σκοπών. Η συνεχής αναβολή της έλευσης της Βασιλείας του Θεού και η παράταση του saeculum είχε ως συνέπεια την πρακτική προτεραιότητα της μαχόμενης Εκκλησίας απέναντι στη θριαμβεύουσα· και η ανάλογη αδυνατότητα μιας άμεσης εγκαθίδρυσης της αταξικής κοινωνίας κατοχύρωσε, μέσα στο μαρξιστικό πλαίσιο, το προβάδισμα του Κόμματος για το χρονικό διάστημα της «οικοδόμησης του σοσιαλισμού» πριν από το τελικό στάδιο του «κομμουνισμού». Αν οι αντίστοιχες ουτοπίες είχαν αποδειχθεί ανίκανες να ενοφθαλμίσουν στο θεμελιώδες ιδεώδες τους σχέδιο παρόμοιες θεωρητικές βοηθητικές κατασκευές και στη συνέχεια να υπαγάγουν την πρακτική δράση στη λογική αυτών των βοηθητικών κατασκευών και όχι πια σ’ εκείνη του ιδεώδους σχεδίου — τότε θα εξαφανίζονταν από το προσκήνιο μόλις διαπιστωνόταν ότι η εσχατολογική προσδοκία δεν πρόκειται να πραγματωθεί στο προβλεπτό μέλλον.
     Ο λόγος, για τον όποιο η μαρξιστική ουτοπία μπόρεσε να κυριαρχήσει στη σκηνή της παγκοσμίας ιστορίας πάνω από έναν αιώνα και να παραμερίσει σχετικώς άκοπα τις ανταγωνιστικές αναρχικές κτλ. ουτοπίες, έγκείται πρώτα-πρώτα στην ικανότητα της να οργανώνει και να νομιμοποιεί μιά πολιτική δράση, σκοπός της οποίας ήταν βέβαια η εγκαθίδρυση της Ουτοπίας, αλλά της οποίας η αναγκαιότητα προέκυπτε ακριβώς από τη μη πραγμάτωση της Ουτοπίας. Ωστόσο η πράξη μέσα στην προουτοπική πραγματικότητα παραμένει αναγκαστικά πράξη συνυφασμένη με την πραγματιστική πολιτική ή με την πολιτική της ισχύος, ήτοι πράξη προσδιοριζόμενη από την ιστορική εποχή. Πέρα απ’ αυτό, όμως, ο ιστορικός κι επικαιρικός προσδιορισμός του ουτοπικού στοιχείου πήρε στον μαρξισμό τέτοιαν έκταση, ώστε αυτός, όχι δίχως έπαρση, όρισε τον εαυτό του ως επιστήμη στρεφόμενη ενάντια στις συνηθισμένες ουτοπίες. Η σύγχρονη φιλοσοφία, πολιτική οικονομία και ιστορική επιστήμη σμίλεψε το πνευματικό πρόσωπο του μαρξισμού, ο οποίος, τόσο ως ανάλυση του καπιταλιστικού παρόντος όσο και ως προφητεία του κομμουνιστικού μέλλοντος, ήταν σε θέση να λαμβάνει μέρος σε όλες τις μεγάλες συζητήσεις και συχνά να υπαγορεύει τη θεματολογία και την κατεύθυνση τους. Όχι στην απλή κινητοποίηση αόριστων ποσών και ονείρων, αλλά στη διαμόρφωση και μάλιστα, θα λέγαμε, στην πειθάρχηση της απόλυτης διάστασης της Ουτοπίας από την ιστορικά προσδιορισμένη της διάσταση οφείλει ο μαρξισμός την τεράστια ιστορική του επίδραση. Και η επίδραση αυτή διόλου δεν υπήρξε παροδική, όπως ευαρεστούνται να διαπιστώνουν οι σημερινοί κριτικοί της Ουτοπίας.
     Η μαρξιστική ουτοπία διείσδυσε στην εποχή της εξ ίσου βαθιά όσο βαθιά καθορίσθηκε από την εποχή της. Αυτό βέβαια μπορούσε να γίνει μονάχα κατά τρόπο παράδοξο και αντιφατικό — όπως άλλωστε θα έπρεπε να αναμένεται, αν αναλογισθούμε την αμείλικτη ετερογονία των σκοπών. Γιατί η ουτοπία αυτή πραγματώθηκε λιγότερο εκεί όπου επικράτησαν πολιτικά οι εκπρόσωποί της και περισσότερο εκεί οπού θα όφειλε να πραγματωθεί σύμφωνα με την αρχική πρόγνωση και στρατηγική, δηλαδή στη βιομηχανικά ανεπτυγμένη Δύση. Οι κομμουνιστές ήσαν βέβαια αναγκασμένοι να αρνούνται ότι η Δύση βρίσκεται κοντύτερα στον σκοπό της ιστορικής κίνησης από ό,τι βρισκόταν στη δίκη τους επικράτεια· γι αυτούς η πραγμάτωση της Ουτοπίας είχε μεταβληθεί σε ζήτημα ισχύος, κι έτσι υποχρεωτικά ταύτιζαν την Ουτοπία με τη δική τους κυριαρχία. Όμως με τη δραστηριότητά τους σε παγκόσμιο επίπεδο προώθησαν τάσεις συμφυείς με το ουτοπικό τους σχέδιο για την κοινωνική αναδιάρθρωση, και αυτό το έκαμαν από δύο απόψεις. Όπως πίστευαν, στη βιομηχανική εποχή η Ουτοπία μόνον πάνω σ’ ολόκληρο τον πλανήτη μπορούσε και έπρεπε να εγκαθιδρυθεί, εφ’ όσον η δημιουργία της παγκόσμιας αγοράς από την καπιταλιστική επανάσταση είχε ενοποιήσει την παγκόσμια ιστορία για πρώτη φορά και για πάντα. Αντίστοιχα, κατανόησαν και διεξήγαγαν τη δική τους επανάσταση ως παγκόσμια επανάσταση, έστω κι αν το παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα επί δεκαετίες κατευθυνόταν από ένα εθνικό κέντρο ισχύος. Έτσι συνέβαλαν άμεσα και έμμεσα, θετικά και αρνητικά στην πολιτική ενοποίηση του σύγχρονου κόσμου και στην πύκνωση της πλανητικής πολιτικής. Ο σημερινός υψηλός βαθμός πυκνότητας της πλανητικής πολιτικής προδιαγράφηκε, αν και με πιο αίσιους οιωνούς, στο σχέδιο μιας Ουτοπίας πλανητικών διαστάσεων. Από την άλλη πλευρά, με τη δράση ή με την έμμεση επιρροή τους εντός των μεγάλων βιομηχανικών εθνών οι κομμουνιστές επιβοήθησαν την κατάλυση του ολιγαρχικού φιλελευθερισμού και τη μετάβαση στην εξισωτική μαζική δημοκρατία. Στα έθνη αυτά πραγματοποιήθηκαν, σε παραλλαγμένη μορφή, σημαντικά προαισθήματα ή αιτήματα του ουτοπικού σχεδίου κοινωνικής αναδιάρθρωσης — όχι βέβαια από τον πολιτικό δρόμο πού είχε προβλέψει ο μαρξισμός, αλλά πάντως χάρη στην ανάπτυξη δυνάμεων, στις οποίες ο μαρξισμός απέδιδε κεντρική κοσμοϊστορική σημασία. Αυτό σημαίνει: η τεχνική και η βιομηχανία ανέπτυξαν μιαν αδιανόητη ως τότε δυναμική, όμως τούτη δεν οδήγησε στην κοινωνική πόλωση και στην προλεταριακή επανάσταση, αλλά στην άμβλυνση των ταξικών αντιθέσεων και στη διαμόρφωση ενός κατ’ αρχήν εξισωτικού κοινωνικού σχηματισμού — πράγμα που αποτελεί ένα εκπληκτικό κοσμοϊστορικό novum. Η υλική κοινωνική ανισότητα δεν καταργήθηκε, βέβαια, όμως η υπέρβαση της σπάνης των αγαθών και οι νέες αναγκαιότητες του καταμερισμού της εργασίας συνεπέφεραν βαθμιαία την ταυτόχρονη αποσύνθεση της παραδοσιακής αστικής τάξης και του παραδοσιακού προλεταριάτου. Και δεν επαληθεύθηκε μονάχα η μαρξιστική αντίληψη για τη συνάφεια ανάμεσα στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και στην αναπόδραστη κατάρρευση της ταξικής διάρθρωσης της αστικής κοινωνίας: η αρχή της υλικής ισότητας, την οποία επιστράτευσε ο σοσιαλισμός εναντία στις τυπικές αστικές ελευθερίες, κυριαρχεί σήμερα στο ιδεολογικό πεδίο παρά την έμπρακτη ανισότητα και ωθεί συνεχώς προς την επέκταση της διαδικασίας του εκδημοκρατισμού. Η συνύφανση του ουτοπικού στοιχείου με τα μακρά κύματα της ιστορικής πράξης καθίσταται άλλωστε πρόδηλη και στο γεγονός ότι η μεγάλη στροφή από τον αστικό φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία συνοδεύθηκε από συμπληρωματικά πνευματικά κινήματα, όπως λ.χ. η καλλιτεχνική πρωτοπορία στις αρχές του 20ού αιώνα ή η πολιτισμική επανάσταση της δεκαετίας του 1960 και του 1970, τα οποία είχαν έντονη ουτοπιστική χροιά και επηρέασαν βαθιά τις νοοτροπίες και την καθημερινή ζωή μέσα στη μαζική δημοκρατία.
     Ώστε η αταξική κοινωνία πάνω στη βάση της υπέρβασης της σπάνης των αγαθών πραγματοποιήθηκε — και αν πραγματοποιήθηκε μόνον ως γελοιογραφία, ο λόγος είναι απλώς ότι μόνον ως γελοιογραφία μπορούσε να πραγματοποιηθεί. Γενικά μπορεί να λεχθεί ότι οι ουτοπίες μπορούν να μετουσιωθούν σε κοινωνική πράξη όχι ως προς την απόλυτη, αλλά ως προς την ιστορικά προσδιορισμένη τους διάσταση. Όλα τα στοιχεία ενός ουτοπικού σχεδίου μπορούν ίσως να πραγματωθούν — εκτός από τη βαθύτερη και αυθεντικότερη πρόθεση του: το όνειρο της πλήρους και οριστικής υπέρβασης των αγώνων, των δεινών και του πόνου. Ωστόσο αυτή η πρόθεση η λαχτάρα δεν αποτελεί συγκεκριμένο ιστορικό μέγεθος, αλλά ανθρωπολογική σταθερά. Από την πλευρά της, η πράξη παραμένει ιστορική και συγκεκριμένη, γι’ αυτό και στον χώρο της πράξης καθοριστική δεν είναι η βαθύτερη κι αυθεντική ουτοπική πρόθεση· τούτη λειτουργεί μονάχα ως απόλυτο κίνητρο μιας αναγκαστικά σχετικής ιστορικής πράξης. Από την άποψη αυτή, η Ουτοπία υφίσταται κάθε φορά μιαν αναπόδραστη άμεση ήττα, παρ’ όλα αυτά όμως η νίκη έμμεσα είναι δική της — και επί πλέον το στοιχείο της εκείνο, το οποίο αναπόφευκτα ηττάται, είναι η ανθρωπολογικά ανεκρίζωτη διάστασή της, την οποία καμμιά ιστορική ήττα δεν μπορεί να αφανίσει. Η κατάρρευση του κομμουνισμού δεν σημαίνει λοιπόν τον οριστικό αποχαιρετισμό της παγκόσμιας ιστορίας από την Ουτοπία, παρά αποτελεί ήττα του μεγάλου ρωσικού έθνους, το οποίο στον αγώνα του για την παγκόσμια κυριαρχία χρησιμοποίησε την Ουτοπία — ακριβώς όπως και κάθε άλλη σύγχρονη παγκόσμια Δύναμη είναι υποχρεωμένη να εμφανισθεί ως εκπρόσωπος οικουμενικών ιδεών. Στην εποχή του Ψυχρού Πολέμου οι αντικομμουνιστές υπογράμμισαν συχνά, και ορθά, την υποταγή της Ουτοπίας στη σοβιετική πολιτική της ισχύος. Σήμερα διαπράττουν ένα λογικό σφάλμα όταν αντιστρέφουν τη σειρά των πραγμάτων και θεωρούν τη Σοβιετική Ένωση ως τον ένοπλο υπέρμαχο της Ουτοπίας, συμπεραίνοντας ότι η ήττα της Σοβιετικής Ένωσης αποτελεί ήττα της Ουτοπίας. Ταυτόχρονα παραβλέπουν ότι ο κομμουνισμός στην Ανατολή ηττήθηκε ακριβώς λόγω της μαζικοδημοκρατικής πραγμάτωσης της Ουτοπίας στη Δύση, πού παρ’ όλες τις ελλείψεις της έδεσε τις μάζες στο «σύστημα» και έκοψε τα φτερά των επαναστατικών κινημάτων.
     Στο μετακομμουνιστικό παρόν η Ουτοπία φαίνεται να έχει ιστορικά εξαντληθεί και να μην εκπληρώνει πια κάποιαν ευδιάκριτη λειτουργία, όμως αυτό οφείλεται όχι μόνον στην οφθαλμοφανή αποτυχία των απόλυτων σκοπών της, αλλά και στην ανεπαίσθητη επικράτηση των σχετικών της επιδιώξεων. Η δυναμική της επανεμφάνιση στο μέλλον, με την α ή τη β μορφή, δεν πρέπει καθόλου ν’ αποκλείεται όσο εκδιπλώνεται σε μακρά κύματα ιστορική πράξη με ειδοποιά γνωρίσματα, σφραγίζοντας ολόκληρες εποχές. Αλλά και θα μπορούσε να βουβαθεί για πάντα, αν η κίνηση της πλανητικής ιστορίας περιέλθει σ’ ένα αδιέξοδο, όπου η πολιτική δράση κατά βάση θα συρρικνωνόταν στην κατανομή περιορισμένων υλικών και οικολογικών αγαθών πάνω σ έναν πυκνοκατοικημένο πλανήτη. Τότε θα παρέλυε η ανανεωτική και ριζοσπαστική διάθεση, η οποία χαρακτηρίζει τις συνθήκες γένεσης της Ουτοπίας, ενώ θα ευδοκιμούσαν ιδεολογίες που θα νομιμοποιούσαν σκληρά πειθαρχικά μέτρα και άτεγκτες ιεραρχίες. Μετά από την πραγμάτωση της θετικής Ουτοπίας στις μαζικές δημοκρατίες της Δύσης ίσως επίκειται η πραγμάτωση της λεγόμενης «αρνητικής Ουτοπίας» σε πλανητικό επίπεδο.


Το κείμενο είναι απόσπασμα από το Π. Κονδύλης, Η ηδονή, η ισχύς, η ουτοπία. Εκδόσεις Στιγμή, 1992. Το βιβλίο αυτό του Κονδύλη μαζί με το Ισχύς και απόφαση (Εκδόσεις Στιγμή 1990) είναι ένα από τα πλέον από σημαντικότερα κείμενα πολιτικής θεωρίας. Συνιστούμε σε όλους τους ενδιαφερόμενους για αναλύσεις πολύ υψηλών βαθμίδων να το προμηθευτούν και να το μελετήσουν. Ο Κονδύλης, επιπλέον, παρά το γεγονός ότι πέθανε μια δεκαετία περίπου μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, μαζί και με άλλα κείμενα όπως το Πλανητική εποχή (Εκδόσεις Θεμέλιο) και Από τον 20 στον 21 αιώνα (Εκδόσεις Θεμέλιο) προσφέρει τις πλέον έγκυρες αναλύσεις για το που και πως κινείται ο κόσμος στην Μεταψυχροπολεμική εποχή όπως κινούμαστε στον 21 αιώνα.

https://piotita.gr/2014/05/05/%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CF%8E%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CE%B4%CF%8D%CE%BB%CE%B7%CF%82-%CE%BF%CF%85%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%AF%CE%B1-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B9%CF%83%CF%84/