Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα, ραγιάδες έχεις, μάννα γη, σκυφτούς για το χαράτσι, κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα, των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι…
(Κωστής Παλαμάς)

Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2014

Ομιλία στο Μεσημέρι 2-2-2014


Ομιλία στο Μεσημέρι

Σαν σήμερα, ανήμερα της Υπαπαντής, πριν από 109 χρόνια, στις 2 Φεβρουαρίου του 1905 επτά Μακεδόνες Έλληνες δολοφονήθηκαν από τους κομιτατζήδες, ποτίζοντας με το αίμα τους την ιερή αυτή γη.
Ευτυχώς τα ονόματά τους διασώθηκαν, σε αντίθεση με πολλούς άλλους ανώνυμους που πότισαν με το αίμα τους το δέντρο της Ελευθερίας και η Ιστορία δεν πρόλαβε να τα διασώσει.
Οι αλησμόνητοι νεκροί εκείνης της παγωμένης μέρας του Φλεβάρη του 1905 σύμφωνα με την καταγραφή του αείμνηστου δημοδιδάσκαλου Γεωργίου Γεωργιάδη ήσαν οι Μεσημεριώτες:

1. Ιερέας Παπαστογιάννης, ετών 70

2. Στέργιος Γιαννάκης, ετών 63

3. Κων/τίνος Ζαφειρίου, ετών 70

4. Αθανάσιος Τρύπκος, ετών 70

5. Τρύφων Θωμάς, ετών 63

6. Νικόλαος Ντιπουζίνης, ετών 50 και τέλος o

7. Κων/τίνος Σταύρου Κίτσος από την γειτονική Φλαμουριά

Συγκεντρωθήκαμε λοιπόν σήμερα εδώ, εμείς οι ζωντανοί, που ζούμε στην ελεύθερη πια Μακεδονία, για να αποτίσουμε φόρο τιμής και αιώνιας ευγνωμοσύνης στους αλησμόνητους εκείνους νεκρούς μας. 
Το γεγονός όμως της δολοφονίας των επτά Μακεδόνων Ελλήνων που προαναφέραμε, δεν ήταν απλώς κάποιο τυχαίο και μεμονωμένο γεγονός, αλλά εντάσσεται στις σκληρές και αιματηρές συγκρούσεις του Μακεδονικού Αγώνα, ο οποίος βέβαια δεν διεξήχθη το 1904 με 1908 όπως δυστυχώς επιπόλαια αναφέρεται, αλλά υπήρξε μια αργόσυρτη, οδυνηρή και πολυαίμακτη διαδικασία που κορυφώθηκε την περίοδο 1904-1908 και αυτή είναι η ιστορική πραγματικότητα.
Στο σημείο αυτό επιτρέψτε μου να επιμείνω σε ορισμένα ζητήματα που θεωρώ ιδιαίτερα σημαντικά και στα οποία αναφέρομαι με κάθε ευκαιρία και έχουν άμεση σχέση με τα παραπάνω, σε μια προσπάθεια ενημέρωσης.
Στο κάλεσμα λοιπόν της Πατρίδας για την υπεράσπιση της Μακεδονίας προσήλθε τότε ολόκληρος ο ελληνισμός. Παλληκάρια από τον Μωριά, την Ρούμελη, την Κρήτη, την Ήπειρο, την Θεσσαλία, την Κύπρο, τα Επτάνησα αγωνίστηκαν και έχυσαν το αίμα τους για την Μακεδονία, με πρωτομάρτυρα, την αρχετυπική ηρωϊκή μορφή του Παύλου Μελά, τον Άγρα και τον Μίγκα και τόσους άλλους. Τιμούμε την μνήμη τους και δεν λησμονούμε τις θυσίες τους. 
Παράλληλα όμως, δεν πρέπει να αγνοούμε ή ακόμα και να ξεχνούμε την τεράστια προσφορά των ιδίων των Μακεδόνων στον αγώνα, που την πλήρωσαν με ποταμούς αίματος. Εκείνο που ελάχιστα έχει συνειδητοποιηθεί είναι το γεγονός ότι εάν ο ντόπιος πληθυσμός πίστευε ότι δεν ήσαν Έλληνες, αλλά Βούλγαροι, το αποτέλεσμα του αγώνα αγνοώ εάν ήταν το ίδιο. Ας θυμηθούμε το, πρόσφατο ιστορικά, παράδειγμα της επέμβασης της τρομακτικής και πανίσχυρης πολεμικής μηχανής των Η.Π.Α. στο Βιετνάμ. Ουδέποτε κέρδισαν την συμπάθεια του πληθυσμού και στο τέλος αναγκάστηκαν να τα «μαζέψουν» και να φύγουν, όπως ακριβώς τα «μάζεψαν» και έφυγαν οι Βούλγαροι κομιτατζήδες. Αυτό είναι κάτι που δεν πρέπει να το ξεχνάμε. Ποτέ!
Την ταραγμένη λοιπόν και χαοτική εκείνη περίοδο, που περιγράψαμε προηγουμένως, άρχισε να καλλιεργείται το ιδεολόγημα του «Μακεδονισμού», καθώς και η πλαστή εθνοτική ταυτότητα των ανύπαρκτων «Σλαβομακεδόνων», εφευρήματα που αξιοποιήθηκαν αργότερα από την βουλγαρική προπαγάνδα στην εξυπηρέτηση των εδαφικών της βλέψεων. 
Όπως έχω διευκρινίσει σε πρόσφατο βιβλίο μου:
«Η σύγχρονη βουλγαρική ιστοριογραφία αντιμετωπίζει όσους "Μακεδόνες Σλάβους" έθεσαν το ζήτημα της χωριστής (από την βουλγαρική και σερβική) "σλαβικής μακεδονικής" εθνότητας, ως "όργανα του Μακεδονισμού της σερβικής εθνικής προπαγάνδας". Υποστηρίζει μάλιστα ότι η σερβική προπαγάνδα υιοθέτησε ως τακτική κατά την περίοδο 1870-1890 τον Μακεδονισμό για να καλλιεργήσει στους Βουλγάρους της Μακεδονίας την διάθεση απόσχισης από τον βουλγαρικό εθνικό κορμό και κυρίως να τους απομακρύνει από την βουλγαρική γλώσσα, εκκλησία και εκπαίδευση. Οι Βούλγαροι ιστορικοί θεωρούν ότι ο Μακεδονισμός υπήρξε δημιούργημα μεγαλοσερβικών πολιτικών κύκλων και ιδίως του Σέρβου πολιτικού, αλλά και διακεκριμένου λογίου, του Στόγιαν Νοβάκοβιτς (Stojan Novaković, 1842-1915), ο οποίος διετέλεσε δύο φορές Πρωθυπουργός του Βασιλείου της Σερβίας. Επισημαίνουν ακόμα ότι η επινόηση της ιδέας του "μακεδονικού έθνους" και η καλλιέργειά της στον σλαβικό πληθυσμό της Μακεδονίας είχε ως σκοπό να εξυπηρετήσει τα σχέδια της "μεγαλοσερβικής" πολιτικής για διείσδυση στον νότο και έξοδο στο Αιγαίο, αφού θα οδηγούσε στην απομάκρυνση της βουλγαρικής επιρροής από τους Σλάβους της Μακεδονίας και στην απόσχισή τους από τον βουλγαρικό εθνικό κορμό». 
Στην συνέχεια βέβαια τον «μακεδονισμό» τον υιοθέτησαν και οι ίδιοι οι Βούλγαροι, με θλιβερά αποτελέσματα. Τέλος, ο μακεδονισμός υιοθετήθηκε και από τον οπερεττικό εκείνον αυτοδιορισμένο «στρατάρχη» Τίτο, για να εξυπηρετήσει τους δικούς του σχεδιασμούς και επιδιώξεις, με αποτέλεσμα να τον υφιστάμεθα μέχρι τώρα. Σήμερα, στο κράτος των Σκοπίων υπάρχουν Βούλγαροι, Αλβανοί, Έλληνες (ο μακαρίτης Κίρο Γκλιγκόρωφ ισχυριζόταν σε συνέντευξή του στην τσεχική εφημερίδα CESKY DENIK στις 10 Ιουνίου του 1993, ότι υπάρχουν «μόνον» 100.000 και όχι 200.000), Σέρβοι, Γύφτοι, Τούρκοι. Με εξαίρεση τους 150.000 περίπου αλύτρωτους Μακεδόνες Έλληνες, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις μου, μαζί και με κάποιους άλλους Έλληνες που βρέθηκαν εκεί από την περίοδο 1946-49 και δεν εξωμότησαν, ουδείς άλλος Μακεδών υπάρχει στο κράτος των Σκοπίων. Οι Μακεδόνες ζουν στην Ελλάδα.
Ένα άλλο σημαντικό ζήτημα που πρέπει να επισημανθεί είναι και η χρησιμοποίηση του γλωσσικού παράγοντα ως οχήματος εδαφικών διεκδικήσεων και επεκτατισμού. Αξίζει να επιμείνουμε λίγο παραπάνω στο θέμα αυτό.
Σε προηγούμενα ιστορικά στάδια οι λαοί είχαν σχετικώς ευδιάκριτα εθνολογικά και πολιτιστικά χαρακτηριστικά, όπως η γλώσσα, με αποτέλεσμα να ήταν κατά κανόνα εύκολη η κατάταξη κάποιου ατόμου σε συγκεκριμένη εθνοτική ομάδα. Στην σημερινή εποχή όμως, αυτές οι διακρίσεις έχουν γίνει πολύ δυσκολότερες, κυρίως λόγω της αυξημένης κινητικότητας, η οποία χαρακτηρίζει την ανθρωπότητα, ιδιαίτερα από το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα μέχρι σήμερα. Εκείνο πλέον, που και επιστημονικώς είναι αδιαμφισβήτητο, είναι η διαπίστωση ότι η ομιλούμενη γλώσσα δεν αποτελεί απόλυτο εθνολογικό κριτήριο ταξινόμησης μιας συγκεκριμένης εθνοτικής ομάδας. Περιορίζομαι να αναφέρω τα κλασσικά παραδείγματα, τόσο των γερμανόφωνων Αλσατών, στα σύνορα Γαλλίας–Γερμανίας, οι οποίοι αισθάνονται φανατικοί Γάλλοι, αλλά και των Καθολικών μεν στο θρήσκευμα Κροατών, οι οποίοι ουδεμία σχέση επιθυμούν να έχουν με τους ομόγλωσσούς τους, Ορθοδόξους όμως Σέρβους, παρά την κοινή τους γλώσσα (τα Σερβοκροατικά) ή ακόμα πιο χαρακτηριστικό, το παράδειγμα των Μαυροβουνίων σε σχέση και πάλι με τους Σέρβους, με τους οποίους δεν έχουν ούτε καν θρησκευτική διαφορά και παρ’ όλα αυτά ισχυρίζονται ότι αποτελούν μέλη ενός διαφορετικού έθνους.
Στο σημείο αυτό οφείλω να επισημάνω ορισμένες πραγματικότητες, που αγνοούνται ή σκόπιμα αποσιωπούνται:
Ο ελληνισμός, στην ιστορική του πορεία των 4000 χρόνων, δημιούργησε τεράστιες πολυεθνικές αυτοκρατορίες (πολυεθνικές, αλλά ποτέ πολυ-πολιτισμικές, όπως έχει διευκρινίσει η σπουδαία Ελληνίδα Βυζαντινολόγος Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ), αχανή Βασίλεια, είχε εμπορικές σχέσεις με δεκάδες λαούς και χώρες, αλλά συχνότατα υπέστη και επιδρομές βαρβάρων λαών, κατακτήθηκε πλήρως ή εν μέρει από ξένους στρατούς, ενώ εκτοπίσθηκαν τμήματά του από προαιώνια ελληνικά εδάφη. 
Αποτέλεσμα όλων αυτών των ιστορικών εξελίξεων ήταν κάποιοι ελληνικοί πληθυσμοί να αλλοφωνήσουν, όπως ορισμένοι μικρασιάτες (τουρκόφωνοι Έλληνες), να λατινοφωνήσουν (βλαχόφωνοι Έλληνες), να σλαβοφωνήσουν (σλαβόφωνοι Έλληνες), να αλβανοφωνήσουν (αρβανιτόφωνοι Έλληνες) ή να ιταλοφωνήσουν (οι Γρεκάνοι της Magna Grecia στην νότια Ιταλία). 
Επομένως, το ότι κάποια τμήματα του πληθυσμού της Μακεδονίας είχαν παλαιότερα ως μοναδικό γλωσσικό τους όργανο ένα σλαβογενές ιδίωμα, δεν αποτελεί ικανό και επαρκές κριτήριο για την επιχειρηθείσα στο παρελθόν και επιχειρούμενη και σήμερα, τοποθέτησή τους εκτός του ελληνικού έθνους. 
Ως δίγλωσσος λοιπόν, γηγενής Μακεδόνας Έλλην θεωρώ ότι το ζήτημα έχει απαντηθεί θεωρητικά και πρακτικά και δεν υπάρχει ανάγκη περαιτέρω συζητήσεων και διευκρινίσεων.
Και για να μη υπάρχει οποιαδήποτε παρανόηση επαναλαμβάνω: Είμαι ντόπιος Μακεδόνας Έλληνας, με αυτήν ακριβώς την σειρά. Το πρώτο αποτελεί την τοπική πολιτιστική μου ταυτότητα, το δεύτερο την γεωγραφική μου ταυτότητα και το τρίτο την εθνική μου ταυτότητα. Και αν θέλετε να συνεχίσω, είμαι Ευρωπαίος και όχι Αφρικανός, Αμερικανός ή Ασιάτης. 
Ορισμένοι αδυνατούν αυτές τις απλές αλήθειες να τις ξεκαθαρίσουν στο μυαλουδάκι τους με αποτέλεσμα να διακατέχονται από πλήρη σύγχυση και αποπροσανατολισμό.
Με την ευκαιρία ας θυμηθούμε αυτό που τόνιζαν στην επιστολή διαμαρτυρίας που έστειλαν το 1903 κάτοικοι της πόλης του Μοναστηρίου (Βιτώλια) προς τις Μεγάλες Δυνάμεις:
«...λαλούμεν ελληνιστί, βλαχιστί, αλβανιστί, βουλγαριστί, αλλά ουδέν ήττον εσμέν άπαντες Έλληνες και ουδενί επιτρέπομεν να αμφισβητεί προς ημάς τούτο...».
Δηλαδή με άλλα λόγια «Μπορεί να μιλάμε ελληνικά, βλάχικα, αρβανίτικα, βουλγάρικα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είμαστε λιγότερο Έλληνες και σε ουδένα επιτρέπουμε να αμφισβητήσει την ελληνικότητά μας».
Θα μου επιτρέψετε να προσθέσω ότι οι αλλόφωνοι Έλληνες όχι μόνον δεν είναι λιγότερο Έλληνες, αλλά αντίθετα είναι δυο φορές Έλληνες και υποθέτω ότι αντιλαμβανόμαστε όλοι τον λόγο. 
Ξεκαθαρίζω από την άλλη μεριά ότι δεν έχω το παραμικρό πρόβλημα με κάποιον συντοπίτη μου, εάν πιστεύει ότι δεν είναι Έλληνας και θεωρεί ότι είναι Βούλγαρος, Σέρβος, Αλβανός ή κάτοικος του πλανήτη Άρη. Όταν όμως ακούω κάποιον να ισχυρίζεται ότι είναι «μακεντόνετς» το θεωρώ ως προσωπική προσβολή, όπως υποθέτω το ίδιο θα εξοργιζόταν ο καθένας μας εάν κάποιος πήγαινε στο σπίτι του, στρογγυλοκαθόταν και άρχιζε να διαλαλεί ότι είναι δικό του.
Τα προσωπικά αδιέξοδα, η μηδενική αυτοεκτίμηση, η πνευματική υστέρηση, η ψυχική μιζέρια, ο φθόνος, η φιλοχρηματία και οι κάθε είδους ιδεοληψίες, είναι μερικά από τα μονοπάτια που οδηγούν κάποιους στην εξωμοσία. 
Όπως είχε γράψει και ο σπουδαίος Ρουμανο - Γάλλος διανοητής Εμίλ Σιοράν (Emil Cioran, 1911-1995):
«…Το να ξεκόβεις από τους θεούς, τους προγόνους, την γλώσσα και την χώρα σου, το να ξεκόβεις γενικά, είναι μια τρομερή διαδικασία, αλλά και μια διαδικασία ενθουσιασμού, που αναζητά άπληστα, τόσο ο αυτομόλος και ακόμη περισσότερο ο προδότης…».
Και για να τελειώνουμε. Όπως συχνά επαναλαμβάνω: 
"…Στον ελληνισμό, μετέχει κάποιος εθελουσίως. Είναι τιμή και ευθύνη η ελληνική ταυτότητα. Η ελληνικότητα δεν επιβάλλεται, αλλά κερδίζεται και αποδεικνύεται με αγώνες, θυσίες και ήθος. Πρόκειται για θεϊκό χάρισμα και όχι για καταναγκασμό. Ο ελληνισμός κανέναν δεν παρακαλάει. Όποιος δεν θέλει να είναι Έλληνας, κακό του κεφαλιού του. Ας αρκεσθεί στη μίζερη και ελεεινή σκοπιανή ιδιότητα ή ας παραμείνει στην πνευματική αναξιοπρέπεια του κακώς εννοούμενου τοπικισμού και της γκρίνιας για τα κονδύλια. Αυτά δεν τα λέω για να δικαιολογήσω την κρατική απραξία, ούτε για να εθελοτυφλούμε μπροστά στον κίνδυνο από τη διείσδυση των πρακτόρων. Χρειάζεται συνεχής άμυνα και αντίσταση. Αλλά συγχρόνως δεν πρέπει να αποδίδουμε στους αργυρώνητους νεοκομιτατζήδες καμιά ιδιότητα φοβερού και τρομερού μαζικού κινήματος αφελληνισμού. Εάν σώσουμε το όνομα της Μακεδονίας, οι πρακτορίσκοι πιθανότατα θα εξαφανισθούν μια για πάντα. Θα τους καταπιεί η ίδια η Ιστορία…".
Κλείνω, με τα λόγια του μεγάλου εκείνου Μακεδόνα Έλληνα, του Ίωνα Δραγούμη, ο οποίος χάθηκε τόσο πρόωρα, δολοφονημένος άνανδρα από πολιτικούς του αντιπάλους, από το βιβλίο του «Μαρτύρων και Ηρώων αίμα»:
«Να ξέρετε πως αν τρέξουμε να σώσουμε την Μακεδονία, η Μακεδονία θα μας σώσει. Θα μας σώσει από την βρώμα όπου κυλιούμαστε, θα μας σώσει από την μετριότητα και από την ψοφιοσύνη, θα μας λυτρώσει από τον αισχρό τον ύπνο, θα μας ελευθερώσει. Αν τρέξουμε να σώσουμε την Μακεδονία, εμείς θα σωθούμε...»
 Δημήτρης Ε. Ευαγγελίδης


Δεν υπάρχουν σχόλια: